Σάββατο, 15 Μαρτίου 2014

Ναι, μοιράζομαι τα συναισθήματά μου... ως Έλληνας νεόπτωχος της Νορβηγίας!

Το εδώ αστικό τοπίο, χωρίς δάσος κεραιών

Οι Anonymous χτύπησαν πάλι.
Μου άφησαν ένα μήνυμα στην ηλεκτρονική μου θυρίδα για την προηγούμενη ανάρτηση, μόλις προχθές:

«Το blog σας είναι υπέροχο. Καλή επιτυχία στις προσπαθειές σας...Ελπίζουμε να συνεχίσετε να μοιράζεστε τα συναισθηματά σας για τον μακρινό βορρά με εμάς. Χαιρετίσματα από την Αθήνα.» 

Κι εγώ βέβαια όλος καμάρι σπεύδω να το δημοσιοποιήσω… Όλοι εμείς οι συγγραφείς και οι «συγγραφείς» έχουμε μια εγγενή ματαιοδοξία. Όποιος κακολογήσει τα γραπτά μας του κάνουμε βουντού, ενώ αν κάποιος κάνει ένα θετικό σχόλιο του δίνουμε γη και ύδωρ. Έτσι γινόμαστε ευάλωτοι στο να μας κολακέψει κανείς κι έπειτα να μας εκμεταλλευτεί αν θέλει. Δυστυχώς ούτε κι εγώ εκφεύγω του κανόνος… καθώς με τίποτα δεν θα προέβαλλα ένα αρνητικό σχόλιο, με τον τρόπο που το κάνω τώρα. 
Αλλά πώς θα μπορούσα να νικήσω τον πειρασμό να μη χαϊδέψω γι’ ακόμα μια φορά αυτά τα λόγια: «ελπίζουμε να συνεχίσετε να μοιράζεστε τα συναισθήματά σας για τον μακρινό βορρά με εμάς»! Χαλί να γίνω να με πατήσετε, πήρα αμέσως την «πένα» (το πληκτρολόγιο εννοώ) και γράφω γεμάτος έμπνευση. Χιλιάδες βλέματα περιμένουν τις δικές μου λέξεις να σταλάξουν σαν πολύτιμο μύρο. Συναισθήματα, ναι πολλά συναισθήματα, αρνητικά, θετικά, ουδέτερα. Δουλεύουμε όλη τη μέρα για να βγούμε το βράδυ και να αναγκάσουμε τους αδένες μας να σταλάξουν συναισθήματα. Σεροτονίνη, αδρεναλίνη, ντοπαμίνη, όλες αυτές οι ενδορφίνες, τα ναρκωτικά μας, να γυρίσουμε το βράδυ στο άδειο σπίτι και καθώς ξεγυμνωνόμαστε στο σκοτάδι,  να τα αναπολήσουμε, μόνοι απέναντι στον εαυτό μας, καθώς ένα ερώτημα αιωρείται πάντα: «αυτό ήταν όλο;» …και τώρα; Πνίγουμε πάντα αυτές τις σκέψεις καθώς βυθιζόμαστε στα σκεπάσματα ελπίζοντας να ονειρευτούμε όλα αυτά που περάσαμε. Αυτό που μένει είναι αναμνήσεις. Αναμνήσεις που, θετικές ή αρνητικές, πάντα στο τέλος φαντάζουν πολύτιμες και ονειρεμένες, εξιδανικευμένες και ουράνιες.   
Ναι αγαπητοί μου anonymous, θα συνεχίζω να μοιράζομαι τα συναισθήματά μου, με σας αν αντέχετε ή με το άπειρο του βουβού σύμπαντος αν όχι, γιατί δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Τι να τα κάνεις τα συναισθήματα άμα δεν μπορείς να τα μοιραστείς; Είναι μια ευλογία αλλά και κατάρα συνάμα από το δημιουργό μας πάνω σε μας τα ανθρώπινα όντα. Μια φορά ήθελα να κάνω δώρο στο εαυτό μου. Πήγα σε ένα καλό εστιατόριο. Δεν το ξανάκανα. Το θυμάμαι πάντα με αποστροφή. Αν δεν μπορείς να το μοιραστείς… Μόνος σε ένα καλό εστιατόριο! Σας ευχαριστώ πολύ που δέχεστε αυτό το μεγάλο βάρος να το μοιραστούμε μαζί. Κάτω από το απέραντο θόλο του σύμπαντος τα ραδιοκύματα αναζητούν δέκτες, ευήκοους δέκτες να τους αποκωδικοποιήσουν στα αυτιά πρόθυμων να τα ρουφήξουν όλο βουλιμία. Κι αν δεν απομείνει κανείς να με ακούει, μέσα στο πολυδαίδαλο πλέον διαδίκτυο και στο κέντρο του βυθού ενός απέραντου αστρικού ωκεανού θα συνεχίσω να κραυγάζω, να μοιράζομαι την ψυχή μου που δεν μπορώ να την αντέξω μόνος -ποιος την μπορεί άλλωστε;-. Δικτυωμένος στο ερημονήσι που ναυάγησα, θα εκτοξεύω στους αιθέρες την πεζή καθημερινότητα, σαν πυροτεχνήματα στη νύχτα, σαν αινιγματικό μήνυμα σε σφραγισμένο μπουκάλι. 
Τα πεζοδρόμια είναι πια το βασίλειό μου

Έχω ένα μπαστουνάκι που από την κάτω πλευρά έχει δύο βραχίονες σαν τσιμπίδες κάβουρα κι από την πάνω μια λαβή. Εγώ κρατώ τη λαβή και πατώ τη σκανδάλη κι έτσι «τσιμπώ» τα σκουπίδια από τα πεζοδόμια. Ένα, ένα τα βάζω στη σακούλα μου σαν να συλλέγω… μαργαριτάρια. Μικρός έπαιζα στο ακκορντεόν μου το «αλιείς μαργαριταριών», μου άρεσε ιδιαίτερα! Ένας Άραβας με ρώτησε προχθές επιτιμητικά πώς έχω δουλειά αφού δεν μιλώ ακόμα τη γλώσσα καλά! Αυτός έχει ένα μαγαζί κεμπάμπ κι εγώ απλώς του καθαρίζω το πεζοδρόμιο. Λίγο το υπεροπτικό βλέμα, λίγο η ειρωνία: δεν είμαι άξιος ούτε αυτής της βασιλικής(;) δουλειάς μου, να μαζεύω σκουπίδια, δυσκολεύτηκα να το βγάλω από το μυαλό μου. Τώρα όμως το μοιράζομαι μαζί σας για να διαλυθεί στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, σαν την αμελητέα συγκέντρωση μιας στάλας δηλητήριου παρασκευάσματος σε μια άπειρη ποσότητα διαλύματος. Όταν ήμουνα μικρός υπήρχαν ακόμα κάποιοι ταλαίπωροι, συνήθως μεθυσμένοι, που έσερναν χειράμαξες… Η μητέρα μου, μού τους έδειχνε λέγοντας: Να διαβάζεις τα μαθήματά σου για να μη γίνεις σαν αυτούς… Στο βλέμμα κάθε μητέρας που σέρνει το παιδάκι της βλέπω τη ματιά της να ορμηνεύει το παιδάκι της για το καλό του. 

Είναι συναρπαστικό να είσαι νεόπτωχος, μερικές φορές το γλεντώ… Ένα αδέσποτο boeing πέρασε οδηγούμενο στο χαμό. Ο Πούτιν στην Ουκρανία γελάει σαρκαστικά καθώς προσάρτησε ήδη την Κριμαία στην αυτοκρατορία του. Στα πόδια του ο κόσμος όλος σαν μυρμήγκια: Τι θα κάνετε, θα μου κηρύξετε τον τρίτο παγκόσμιο; Ο Σύρος δικτατορίσκος χειροκροτά το …»σοφό ηγέτη». Πάνω από την Ελλάδα ακούγεται σαν του κακού μάγου το κάγχασμα,  η φωνή του υπερφίαλου γεροξεκούτη: «Μην ανησυχείτε, δεν πρόκειται να δώσουμε οικονομική βοήθεια με το ζόρι εάν κάποιος δεν την θέλει». Η ύβρη πάντα τιμωρούνταν στο τέλος στις Ελληνικές τραγωδίες. 

Κι εγώ κάθομαι στο θρόνιο, πάνω στο Αιγάλεω μου και παρακολουθώ τη ναυμαχία, ενώ τσιμπάω κι από κανένα σκουπίδι… Το ταξίδι συνεχίζεται, για άλλους εδώ, γι’ άλλους πέρα απ’ αυτό το σύμπαν, ακόμα κι εδώ στο μακρινό βορρά… Στο ίδιο διαστημόπλοιο ταξιδεύουμε, μη το ξεχνάτε, άλλοι από το πάνω διάζωμα κι άλλοι από το κάτω…

Μην ανγσυχείτε, ακόμα δουλεύω τη μακέτα μου. Σϋντομα θα έχετε νέα της. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου