Δευτέρα, 27 Μαΐου 2013

Φθινοπωρινή μελαγχολία στην ξενιτιά


Οι μέρες του φθινοπώρου πέρασαν γρήγορα καθώς ήταν γεμάτες. Είναι πολύ δύσκολο όταν δεν καταλαβαίνεις τι γίνεται γύρω σου. Δεν ξέρεις τη γλώσσα, δεν ξέρεις την κουλτούρα των ανθρώπων και δεν έχεις κάποιον να επικοινωνήσεις άμεσα για να σε κατατοπίσει. Τότε η ψυχολογία αλλάζει. Πάντα παρατηρούσα τους μετανάστες στην Ελλάδα να δείχνουν λίγο… χαζοί κι αναρωτιόμουν: Είναι δυνατό να είναι όλοι τους πραγματικά χαζοί ή το νέο περιβάλλον τους κάνει να αντιδρούν έτσι; Λοιπόν κάπως έτσι έδειχνα κι εγώ! Δεν καταλάβαινα ακριβώς τι μου έλεγαν παρότι καταλάβαινα τις πιο πολλές λέξεις. Ντρεπόμουν να λέω συνέχεια ότι δεν καταλαβαίνω κι έτσι έλεγα "ναι" σε όλα! Έτσι ένιωθα χαζός και έδειχνα χαζός. Ήταν φυσικό λοιπόν να βρίσκομαι συνεχώς κάτω από μια συνεχή ψυχολογική πίεση η οποία εντείνονταν από την πίεση των παιδιών που ήθελαν να γυρίσουν στην "πατρίδα τους" και στους "φίλους τους"…
Κάτι τέτοιες ώρες και σε τέτοιες συνθήκες, δοκιμάζονται όλα. Μέσα στη δυστυχία μου εκτιμούσα το ότι θα είχα μια ευκαιρία επανεξέτασης των πάντων εκ βάθρων. Πάντα οι προκλήσεις και οι μεγάλες αλλαγές με γοήτευαν. Άλλο όμως είναι να το κάνεις εκ του ασφαλούς κι άλλο να είσαι θύμα περιστάσεων, χωρίς δυνατότητα επιστροφής, χωρίς να ελέγχεις τις εξελίξεις. Τα ερωτήματα που χρόνια έμεναν κρυμμένα κάτω από την επιφάνεια των επιδιώξεων της καθημερινότητας, τώρα διεκδικούν θέση στο προσκήνιο. Ποιος είμαι, από πού έρχομαι και πού πηγαίνω, γιατί ζω; Ποιο το νόημα; Ερωτήματα που μας τα φέρνουν τεκτονικοί σεισμοί στη ζωή μας. Θάνατοι, καταστροφές, σοβαρές ασθένειες, χωρισμοί κοκ. Όσο ζούμε στη νανουριστική πορεία της καθημερινότητας, τέτοια ερωτήματα είναι από γελοία έως περιττά. Τότε μας δημιουργείται η πεποίθηση ότι έχουμε το νόημα της ζωής και είναι απλό. "Μα ζούμε για τα παιδιά". "Μα ζούμε για το μεγάλο εγχείρημα του επαγγέλματος". "Μα ζούμε για ένα κεραμίδι κι εμείς πάνω από το κεφάλι μας" κοκ. Μας καλύπτει ως νόημα ζωής η επιδίωξη κάθε μορφής επιτυχίας και η απόλαυση του σήμερα.  Όταν όλα αυτά κλονίζονται, όταν τα παιδιά πετούν μακριά, όταν οι δυνάμεις μας αποχαιρετούν κι όλες οι βεβαιότητες σβήνουν, τότε τα ερωτήματα τίθενται επί τάπητος εκ νέου και ποιος μπορεί να πει ότι δεν μας αφορούν κι ότι δεν είναι καυτά. 
"Γιατί ζω λοιπόν εγώ;" στριφογύριζε στο μυαλό μου το ερώτημα. Για να κουβαλάω, βάφω, βοηθάω, μαστορεύω σε μια αδιάφορη για μένα επιχείρηση; κάθε μέρα από τη δουλειά μου κι έλεγα με ένα αναστεναγμό ανακούφισης "ούφ, την έβγαλα κι αυτή τη μέρα". Αυτό όμως μπορείς να το λες για ένα πεπερασμένο αριθμό ημερών, για μια συγκεκριμένη μεταβατική περίοδο. Εγώ όμως δεν είχα την πολυτέλεια να βλέπω μπροστά μου τη… μετάβαση. Θα υπάρξει μετάβαση; Μπορεί ναι, μπορεί και όχι. Μετά από πόσο μεγάλο διάστημα; Άδηλον! Το βράδυ έρχονταν γρήγορα καθώς οι φθινοπωρινές μέρες μίκραιναν σταδιακά. Το Δεκέμβρη πια επέστρεφα στο σπίτι νύχτα ενώ είχα ξεκινήσει από εκεί το πρωί ενώ ακόμα ήταν σκοτεινά! Φαγητό ξεκούραση, δύο, τρεις ώρες με την οικογένεια, λίγο διάβασμα και ξανά ύπνος για να ξυπνήσω νωρίς το πρωί και να έχω δυνάμεις να δουλέψω εκεί, για άλλους, για ένα αδιάφορο για μένα αποτέλεσμα…
       Γιατί αγωνιστήκαμε μια ζωή για την επιτυχία; Είχα αγωνιστεί πολύ στη ζωή μου, κάνοντας πράγματα που συχνά ξεπερνούσαν τις δυνάμεις μου, αναμετρώμενος με τον εαυτό μου συνεχώς. Τον τελευταίο καιρό δεν έβρισκα πια ότι είχα τις δυνάμεις να αγωνιστώ κι άλλο. Ήθελα απλώς να βροντήξω όλα κάτω και να κλάψω. Να κλάψω πολύ και για όλα και να σβήσω, να χαθώ. Μόνο που κλάμα δεν μου έρχονταν στα μάτια, μόνο μου έκαιγε την καρδιά. Η οικογένεια με χρειάζονταν, για τον εαυτό μου δε νοιαζόμουνα, έπρεπε να καταφέρω να επιβιώσω, να μείνω δυνατός!

Να μερικά αποσπάσματα από το προσωπικό μου ημερολόγιο εκείνων των ημερών:
"24/10/12
Κάθομαι και τσιμπολογώ ένα τσαμπί σταφύλι. Φθινόπωρο, η εποχή των σταφυλιών! Τίποτ' άλλο μόνο αυτό. Στην πραγματικότητα ξεδιαλέγοντας τις ρώγες, δεν κάνω τίποτα άλλο, από το να ξεκοκκαλίζω τη ζωή που μου δόθηκε, αυτό τίποτ´ άλλο! Στ´ αυτιά μου τα αγγελικά τιτιβίσματα του Modeverdi. Τι άλλο να ζητήσεις! 
Στην απέναντι σκάλα, καθισμένος στο κρύο, ένας αναμαλλιασμένος ασπρομάλλης καπνίζει το τσιγάρο του επίμονα. Όποτε ρίξω τη ματιά μου στο παράθυρο, απλά είναι εκεί. Δεν ξέρω αν μπαίνει και ξαναβγαίνει για το επόμενο, απλώς όποτε κοιτάξω είναι εκεί, τον βλέπω. Μπορεί και να μην μπαίνει καν μέσα. Μπορεί να μένει εκεί πεισματικά ξεκουτιασμένος, βγάζοντας τη γλώσσα στον Άγγελο που θα ´ρθει να τον καλέσει.
Δεν μου διαφεύγει ότι όλα αυτά είναι τόσο πεζά να τα ζεις, αλλά δεν βρίσκω γύρω μου τίποτα άλλο. Κι αν βρω κάτι συναρπαστικό, θα είναι απλώς επειδή είναι σπάνιο κι όταν πάψει πια να είναι σπάνιο, θα κατέβει κι αυτό στην κλίμακα του αβάσταχτα πεζού…"

"30/10/12
Να ευχηθώ να περάσει γρήγορα η ώρα;
Μα γιατί;
Να ευχηθώ να περάσει γρήγορα η ημέρα;
Μα γιατί;
Τι να περιμένω; Και γιατί;"







"31/10/12
    Πρέπει να βρίσκω πάντα κάτι συναρπαστικό γα να κάνω. Η προοπτική της εκμάθησης της γλώσσας μου δίνει κάποια διάθεση. Άσχετα από το τι θα την κάνω μετά και το γιατί. Μπορεί να είναι για "υψηλους σκοπούς, μπορεί και για ταπεινούς, το ίδιο κάνει. Αρκεί μόνο η διαδικασία.

    Όχι δεν δουλεύω στη Νορβηγία, διερευνώ το για τι αξίζει να ζω. 
Ψάχνω να δω αν είμαι μοναδικό "είδος" στον κόσμο αυτό. Υπάρχουν κι άλλοι σαν εμένα; Μπορώ να βρω αυτό το σπάνιο είδος εδώ; Διερευνώ τα όριά μου.



         Μου χρειάστηκε -όπως επίσης χρειάζεται σε όλους νομίζω- να αναθεωρήσω τα παραδεδεγμένα κι αυτό δεν γίνεται παρά μόνο αν ξεβολευτεί κανείς, για να τα δει όλα από την αρχή, χωρίς προ-καταλήψεις. Όμως δεν ξέρω που τραβάει αυτός ο δρόμος. Ελπίζω ότι ο Θεός τον κατευθύνει και κάποια στιγμή θα καταλάβω. Όμως τώρα είμαι χαμένος. Γί αυτό σκύβω το κεφάλι μου στην καθημερινότητα, ψάχνοντας κάτι συναρπαστικό για να αντέξω την πεζή ύπαρξη. Δεν αντέχω τα ερωτηματικά, τα αυτονόητα γιατί, τον προβληματισμό. Το "μετά τι;", το "τι αξίζει...;"

Δώστε μου δουλειά, δώστε μου κάτι να κάνω, δεν αντέχω να ζω... Δεν αντέχω να γυρίσω σπίτι, να αντιμετωπίσω την οικογένεια, να αντιμετωπίσω τον εαυτό μου, να αντιμετωπίσω τη ζωή... Δώστε μου κάτι να κάνω. Δουλεύω σαν αφηνιασμένος. Μόνο σαν δουλεύω, μπορώ να ακούω μουσική, να κυλάει το αίμα στις φλέβες, να στοχάζομαι χωρίς να "βουλιάζω" στο τέλμα. Όταν δουλεύω, ανυπομονώ να έρθει το τέλος της δουλειά κι όταν αυτό έρχεται, ανυπομονώ να ξαναγυρίσω στο "ναρκωτικό μου".

Όταν δεις κάποιον να δουλεύει σαν αφηνιασμένος, μην έχεις καμμία αμφιβολία, από κάτι παλεύει να ξεφύγει...

Τέλειωσε κιόλας κι αυτή η μέρα, δεν βγάζω κανένα νόημα.

Τραγουδάω κραυγάζοντας και χορεύοντας προκειμένου να αντέξω. Να αντέξω τη ζωή, την επιβίωση... Γιατι; Γιατί ζω; Τι νόημα βγάζει; Βγάζει κάποιο νόημα; Πες μου Ηλία, εσύ που το έζησες πρώτος, μετά την επιτυχία του Καρμήλου;"

Δευτέρα, 20 Μαΐου 2013

Εργαζόμενος πια στη Νορβηγία


Έφτασα στο Mjøndalen κατά το βράδυ. Είναι μια μικρή πόλη μόλις 8.000  κατοίκων. Ένας Νορβηγός με υποδέχτηκε εγκάρδια στο σταθμό. Στο υπόγειο του σπιτιού του έμεινα έναντι ενός ευτελούς ποσού μέχρι να νοικιάσω σπίτι που θα στεγάσει πλέον όλη την οικογένεια. 
Είναι πια τέλος Αυγούστου. Το άγχος της δουλειάς έχει φύγει καθώς μια δουλειά με περιμένει από 1ης Σεπτεμβρίου. Περιηγούμαι την περιοχή με ένα ποδήλατο που αγόρασα και βγάζω αρκετές φωτογραφίες. Όλα δείχνουν να πηγαίνουν καλά πλέον όμως σπίτι δεν λέει να βρεθεί. Τα λίγα που προσφέρονται αυτή την εποχή στην περιοχή, έχουν συνήθους υψηλό ενοίκιο. Τα λίγα που θα μπορούσα να νοικιάσω όμως δεν μου τα δίνουν εκείνοι. Προτιμούν ένα Νορβηγό παρά ένα μετανάστη.  Τα Νορβηγικά μου δεν είναι τόσο καλά ώστε να μπορώ να συνεννοηθώ επαρκώς και να πείσω. Νέα απογοήτευση λοιπόν το θέμα του σπιτιού. Η οικογένεια περιμένει στην Ελλάδα το πράσινο φως για να ταξιδέψει ως εδώ και παράλληλα να αποσταλεί όλη η οικοσκευή. Θα περάσει ένας μήνας για να βρεθεί ένα σπίτι που θα με δεχτεί αφού αναγκάστηκα να ζητήσω από ένα Πολωνό συνάδελφο που μιλούσε καλά τα Νορβηγικά να κάνει τη συνεννόηση τηλεφωνικά. Το σπίτι είναι παλιό αλλά μη έχοντας άλλη εναλλακτική το νοικιάζω. Θα πρέπει να πληρώνω για ενοίκιο 10.000 κορώνες, ενώ ο μισθός μου είναι μόλις 17.000! Ο ιδιοκτήτης είναι Αφγανός. Εδώ Αφγανοί, Πακιστανοί κι άλλοι τέτοιας καταγωγής μετανάστες στηριζόμενοι από το κράτος κάνουν περιουσίες αγοράζοντας ακίνητα, αφού δουλεύουν όλοι μαζί ξοδεύοντας λίγα. Το επίπεδό τους όμως παραμένει χαμηλό καθώς αποτελούν μια κλειστή μειονότητα που δεν αφομοιώνεται με τον ντόπιο πληθυσμό.  13 Σεπτεμβρίου φτάνει και η οικογένεια αφού διέσχισε όλη την Ευρώπη με το αυτοκίνητό μας. Είναι μια μεγάλη μέρα. Την επομένη καταφτάνει και το φορτηγό με την οικοσκευή. Νορβηγοί φίλοι βοηθούν στη μετακόμιση καθώς τα πράγματα είναι πολλά και μπροστά από το σπίτι η ανηφόρα είναι ότι χειρότερο για την περίσταση. Μου κάνει ιδιαίτερη εντύπωση ότι ανάμεσά τους είναι και ο ιδιοκτήτης της επιχείρησης στην οποία δουλεύω, μια επιχείρηση που απασχολεί περί τους 30 εργαζόμενους! 
Το σπίτι στήνεται σιγά, σιγά ενώ εγώ εργάζομαι σε μια οικοδομή στο Όσλο. Η κούραση είναι μεγάλη για μένα που δεν είμαι συνηθισμένος σε τέτοιου είδους δουλειές. Η μέση μου με πονάει καθημερινά και δύσκολα βγάζω τη μέρα.  Ο καιρός όμως είναι καλός και αυτός μου δίνει αισιοδοξία. Οι πιο πολλοί απασχολούμενοι στην οικοδομή είναι Πολωνοί. Νορβηγοί είναι μόνο οι υπεύθυνοι και ειδικευμένοι τεχνίτες που αναλαμβάνουν υπεργολαβίες. Όχι δεν δουλεύουν εδώ περισσότερο από την Ελλάδα. Απλώς δουλεύουν με συνέπεια. Στο περιβάλλον της δουλειάς υπάρχει σεβασμός του ενός προς τον άλλο, τάξη και τηρούνται οι κανόνες ασφαλείας. Κανένας δεν βιάζεται ιδιαίτερα. Οι εργαζόμενοι έχουν τα αποδυτήριά τους με τουαλέτες και μπάνια, την τραπεζαρία τους για το πρόγευμά τους κοκ. Κανείς δεν διανοείται να μπει στο χώρο δουλειάς χωρίς κράνος. 
Τα γραφειοκρατικά προβλήματα της οικογένειας από την άλλη πλευρά δεν έχουν τελειωμό. Χωρίς καλή γνώση της γλώσσας όλα είναι δύσκολα. Θα κάνουμε μήνες για να βρούμε άκρη. Να σκεφτεί κανείς ότι για το πρώτο βήμα δηλαδή τη δήλωση παρουσίας και διαμονής στη χώρα που πρέπει να δηλωθεί στην αστυνομία μας έκλεισαν ραντεβού για μετά από 50 μέρες. Όταν πήγαμε στο ραντεβού μας είπαν ότι έπρεπε να είχαμε κλείσει ισάριθμα ραντεβού με τα μέλη της οικογένειας, οπότε αναγκαστήκαμε να περιμένουμε άλλες τόσες μέρες… μόνο για να δηλωθούμε ότι ήρθαμε στη χώρα. Μετά από αυτό θα μπορούσαμε να έχουμε Νορβηγικό αριθμό ταυτότητας, δήλωση στην εφορία για οποιαδήποτε επαγγελματική απασχόληση και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη ή οποιαδήποτε άλλη παροχή. Παράλληλα γραφόμαστε όλοι σε μαθήματα Νορβηγικών που ανήκουν στον οικείο Δήμο και τα οποία κοστίζουν ένα δυσβάσταχτο ποσό. Εγώ μετά τον πρώτο κύκλο μαθημάτων, παραιτούμαι χάριν της οικογένειας. 

Πώς είναι λοιπόν η οικονομική μετανάστευση του νεόπτωχου στη νέα του χώρα; Όλα είναι καινούργια. Η χώρα πεδίο προς εξερεύνηση. Η κουλτούρα των εδώ ανθρώπων ενδιφέρουσα στη διαφορετικότητά της. Η δουλειά κάτι που δεν είχα ξανακάνει σε τόση έκταση. Πάντα "πιανόμουνα" με κατασκευές και μαστορέματα αλλά ποτέ επαγγελματικά. Τώρα με κράνος, φόρμες εργασίας που η εταιρεία μου παρέχει είμαι κανονικός… μάστορας. Προσπαθώ να κάνω το καλύτερο και να φανώ …αντάξιος της νέας μου θέσης! Θέλω να αποδείξω στους άλλους αλλά και στον εαυτό μου ότι μπορώ αλλά και ότι εμείς οι Έλληνες δεν είμαστε τεμπέληδες όπως φημιζόμαστε! Κάθε μέρα βλέπω στον εαυτό μου τον υποτιμημένο Αλβανό της Ελλάδας. Όμως εδώ η αντιμετώπιση δεν είναι υποτιμητική. Φυσικά δε όλες τις εργασίες είμαι ο βοηθός. Σκέφτομαι ότι ούτε για χτίστης δεν κάνω! Εδώ οι χτίστες έχουν βεβαίωση επαγγελματικής επάρκειας. Φαντάζομαι ότι οι άλλοι με βλέπουν ως μεταμφιεσμένο σε μάστορα. Φοράω τα χρυσά μου στρόγγυλα γυαλιά, πάνω από το καλλιεργημένο μου μούσι, το ακριβό μου ρολόι και στα αυτιά τα ακουστικά από το iPhone. Το αβέβαιο βλέμμα μου σίγουρα προδίδει την εσωτερική μου σύγχυση. Μετά από ένα χρόνο όμως άνεργος, νιώθω ξανά χρήσιμος που μπορώ να εργάζομαι για να ζήσω την οικογένειά μου.  Μου φαίνεται ενδιαφέρον που μπορώ να βιώσω και τη ζωή του εργάτη. Όλα έχουν ενδιαφέρον, αλλά δυστυχώς μόνο όσο είναι καινούργια. Μετά από πολλούς μήνες θα έχω κουραστεί από την εργατική ζωή και η γκρίνια θα αρχίσει να μου κατατρώει τα σωθικά. Όμως εγώ αγαπώ τις αλλαγές και τις νέες προκλήσεις. Νιώθω πάλι σαν παιδί μετά από πολλά χρόνια υπεύθυνου επαγγελματία. Οι ευθύνες με είχαν κουράσει τόσο και δεν το είχα καταλάβει. Απολαμβάνω το να μην έχω καμία ευθύνη, απλώς να εργάζομαι χωρίς τίποτα να βαραίνει το μυαλό μου. Γυρίζω στο σπίτι σαν πάτερ φαμίλιας κι όλοι αρκούμαστε στα λίγα που έχουμε. 
Πληρώνομαι ανά 15 μέρες στην ώρα μου με κατάθεση στον τραπεζικό μου λογαριασμό αλλά τα χρήματα, ενώ είναι πολλά για την Ελλάδα, είναι πολύ λίγα για τη Νορβηγία. Νόμιζα ότι εδώ όλοι πληρώνονται καλά, αλλά έχω κάνει λάθος. Τα χρήματα φτάνουν μόνο για τα πάγια έξοδα, για φαγητό πρέπει να χρησιμοποιώ τα λίγα που έχω από την Ελλάδα. Για άλλα ψώνια φυσικά ούτε λόγος. Από τον ακαθάριστο μισθό, μου κρατείται το 36% για φόρο και ασφαλιστικές εισφορές. Θα περάσουν πολλοί μήνες για να ανακαλύψω ότι στη δική μου οικογενειακή κατάσταση αντιστοιχεί φορολογική κλίμακα 16%, όταν το οικονομικό αδιέξοδο θα με έχει καταβάλλει για τα καλά. 

         Το φθινόπωρο προχωράει και μόνο κατά το τέλος του Οκτωβρίου θα νιώσουμε ότι έπιασε χειμώνας. Φυσικά δεν ξέρουμε τίποτα για το Νορβηγικό χειμώνα, διότι μετά τις 20 Νοεμβρίου θα καταλάβουμε ότι το προηγούμενο κρύο ήταν δροσιά μπροστά στο κρύο που έρχεται κατεβάζοντας τη θερμοκρασία κάτω από αυτή της κατάψυξής μας!

Παρασκευή, 10 Μαΐου 2013

Φεύγοντας από το Kristiansand


Οι οικονομικοί μετανάστες σαν την αφεντιά μου,

περνούν συνήθως τις παρακάτω φάσεις του πολιτισμικού και ψυχολογικού σοκ:
  1. Τη φάση του ανέμελου και περίεργου τουρίστα.
  2. Τη φάση της απογοήτευσης του φτωχού συγγενή-απόβλητου
  3. Τη φάση του θυμού μετά οργής.
  4. Τη φάση του συμβιβασμού με τη νέα πραγματικότητα.
  5. Τη φάση της νέας ελπίδας, που γεννά ψυχωμένη προσπάθεια.


Εγώ στο Kristiandand πέρασα κυρίως την πρώτη και δεύτερη φάση. Ήμουν ο ενθουσιασμένος τουρίστας. Μικρά πράγματα δημιουργούσαν μέσα μου έντονες εντυπώσεις, καθώς αυτά συγκρίνονταν άμεσα με τις φρέσκιες εντυπώσεις από την Ελλάδα. 
Εδώ νιώθω απελευθερωμένος από τα καυσαέρια, τους θορύβους και τους εκνευρισμούς των Ελληνικών μεγαλουπόλεων. Σπάνιως θα δει κανείς αστυνομικούς στους δρόμους. Τα πεζοδρόμια είναι ελεύθερα από οχήματα και τα μποτιλιαρίσματα σχεδόν ανύπαρκτα. Κολώνες με ακαλαίσθητα καλώδια δεν υπάρχουν. Οι κολώνες ηλεκτροφωτισμού έχουν και διακοσμητικό ρόλο. Η αισθητική της πόλης ξεκουράζει τη ματιά μου και το πνεύμα μου. Περιδιαβαίνω τους δρόμους και απολαμβάνω τη νέα εμπειρία. 


Τα μικρά καταστήματα στο Kristiansand φθίνουν συνεχώς. Κυρίως ο κόσμος εδώ ψωνίζει από συγκεκριμένες αλυσίδες καταστημάτων που τελικά επιβάλλονται στην αγορά μονοπωλιακά. Μαζί με τα μικρά καταστήματα χάνεται και η προσωπική επαφή. Γενικά δεν υπάρχουν μανάβικα, κρεοπωλεία και ζαχαροπλαστεία. Τα εστιατόρια, φαστ φουντ και καφετέριες δεν είναι πάμπολλα όπως στην Ελλάδα και μάλιστα από μια ώρα και μετά κλείνουν, οπότε σου απομένει μόνο το ...παγκάκι ή το σπίτι! Εδώ αγαπούν πολύ τα χοτ ντογκ, φυσικά δεν υπάρχει ο γύρος ή το σουβλάκι και τρελαίνονται για παγωτά. Στους κεντρικούς πεζοδρόμους σπάνια θα συναντήσω μη Νορβηγούς τουρίστες. Έλληνες όμως ποτέ. Στην κεντρική πλατεία συχνά στήνεται παζάρι με λαϊκά προϊόντα. Είχε πολύ πλάκα να παρατηρείς μελλόνυμφους που οι φίλοι τους τους περιέφεραν στο κέντρο, απαιτώντας τους να κάνουν κάτι γελοίο. Κάποιους τους έβαζαν να παίζουν μουσική ή να χορεύουν σαν περιφερόμενοι χίπυς ή ξεπεσμένοι αρτίστες. Μια κοπέλα με ένα φαλλό στο κεφάλι, υποχρεώνονταν από τις φίλες της να χορεύει σαν στριπτιζέζ, επί χρήμασι για τους περαστικούς κοκ.
Πέτυχα επίσης και απεργία, πράγμα σπάνιο όπως μου είπαν.  Οι απεργοί ήταν υπάλληλοι του δήμου. Φορούσαν πορτοκαλί μπλουζάκια που έγραφαν ότι είναι απεργοί και κάθονταν έξω από τις υπηρεσίες τους πίνοντας καφέ και συζητώντας. Διοργάνωσαν και ομιλία στην πλατεία χωρίς ιδιαίτερη φασαρία όμως. 
Τα τσιγάρα και τα οινοπνευματώδη, υφίστανται έναν ιδιότυπο διωγμό. Τα τσιγάρα στα καταστήματα είναι κρυμμένα και πρέπει να τα ζητήσειςαπό τον υπάλληλο για να τα δεις. Τα οινοπνευματώδη μάλιστα δεν πωλούνται ελεύθερα. Μόνο τα κρατικά καταστήματα που ονομάζονται ΜΟΝΟΠΩΛΙΟ, τα διαθέτουν στο κοινό. Μπορεί να βρει κανείς μπύρες στα σούπερ μάρκετ αλλά επιτρέπεται η αγορά τους μέχρι τις 8.00μμ. τις καθημερινές και 6.00μμ τα Σάββατα. 


Η ματιά του τουρίστα εντυπωσιάζεται από μικρά πράγματα: 
Οι εξώπορτες έχουν και …πόμολο και μάλιστα ανοίγουν συνήθως προς τα έξω, όπως επιβάλλεται από τους κανόνες ασφαλείας! Οι αυλές δεν χρειάζεται να είναι περιφραγμένες, κανείς δεν θα σου πειράξει τα πράγματά σου. Δεν υπάρχουν δημοτικοί κάδοι σκουπιδιών, κάθε σπίτι έχει τρεις κάδους: Ένας για υπολείμματα τροφίμων, ένα για χαρτιά κι ένα για τα υπόλοιπα απορρίματα. 



Οι κύκνοι στη θάλασσα αιχμαλώτησαν το φακό της φωτογραφικής μηχανής μου.  Γεμάτο το λιμανάκι της πόλης από πλεούμενα ελεύθερου χρόνου. Πιο εκεί υπάρχει και αμμουδιά που ο κόσμος κάνει μπάνιο, μέσα στον κεντρικό τομέα της πόλης. 
Έκανα πολλά χιλιόμετρα με ποδήλατο στο μεγάλο δίκτυο ποδηλατοδρόμων που χρησιμοποιείται και για τζόγκινγ, πλάι στους αυτοκινητόδρομους και έχουν επαρκή σηματοδότηση και αποκλειστικές γέφυρες όπου χρειάζεται. 



Μέσα στο δάσος υπάρχουν προσεγμένα μονοπάτια για περιπάτους που τίμησα δεόντος τις ώρες της μοναξιάς και της περισυλλογής. 

Πόσο όμως μπορείς να παρατηρείς τον κόσμο με τα γυαλιά του τουρίστα; Καθώς η γλώσσα μού αντιστέκεται σθεναρά και οι απαντήσεις στις αγγελίες αναζήτησης εργασίας έρχονται πάντα αρνητικές, ο ενθουσιασμός υποχωρεί. Τώρα πια είμαι ο ανεπιθύμητος φτωχός συγγενής. Τα πράγματα δεν είναι τόσο εύκολα όσο τα περίμενα. Υπάρχει ένας γυάλινος τοίχος μεταξύ εμού και της ευημερούσας Νορβηγικής κοινωνίας που πρέπει να σπάσω, αλλά δεν ξέρω πώς. Άνεργοι, φτωχοί, περιθωριακοί δεν πέφτουν στην αντίληψή μου, ακόμα και από τους κύκλους των μεταναστών. Μόνο μία δύο Ρουμάνες ζητιάνες στο κέντρο αποτελούν την εξαίρεση. 



       
     Νιώθω πιο κοντά σ' αυτές παρά στους ανέμελους Νορβηγούς. Εμείς στεκόμαστε έξω από το γυάλινο τοίχο και τους κοιτούμε ζηλότυπα. Αρχίζω να εμπεδώνω ότι ποτέ δεν πρόκειται να γίνω μέλος του… κλαμπ. Η πρώτη τράπεζα στην οποία ζητώ να ανοίξω λογαριασμό με απορρίπτει απαξιωτικά. Μα ούτε τα λεφτά μου δεν θέλουνε; Στην κρατική υπηρεσία απασχόλησης, περίθαλψης κτλ NAV είναι τυπικά ευγενικοί αλλά δεν βοηθούν ουσιαστικά. "Μπορείτε να με βοηθήσετε να βρω δουλειά" τους ρωτώ. "Όχι" μου απαντούν ξερά. "Μπορείτε να με βοηθήσετε να μάθω τη γλώσσα" ρωτώ. "Όχι" μου απαντούν σταθερά. Βοηθούντος και του καλοκαιριού, μέσα σε ένα εντυπωσιακό κτήριο οι υποθέσεις κυλούν ράθυμα. Τώρα πια θέλω να το βάλω στα πόδια. Πώς να γυρίσω όμως, οι γέφυρες πίσω μου είναι γκρεμισμένες. Τι να κάνω στην Ελλάδα με τις μηδενικές ευκαιρίες απασχόλησης! Εδώ οι ευκαιρίες υπάρχουν, δεν προσφέρονται όμως σε μένα. Φίλοι μού προτείνουν ακόμα και να ζητήσω να δουλέψω δωρεάν, με αντάλλαγμα την ταχύτερη εκμάθηση τη γλώσσας σε εργασιακό περιβάλλον και την εργασιακή εμπειρία που θα βοηθήσει στη συνέχεια στις επόμενες αιτήσεις εργασίας. Όλα αυτά όμως προϋποθέτουν ότι πρέπει να μείνω εδώ για πολύ καιρό ακόμα, ξοδεύοντας τα τελευταία μου χρήματα, με ελάχιστες πιθανότητες να βρεθεί κάποια πηγή εισοδήματος. Μοναξιά, απόρριψη, μελαγχολία σε ένα ολόφωτο περιβάλλον. Στην Ελλάδα είμαι ο αποτυχημένος. Για κάποιους ίσως αυτός που το έσκασε στο εξωτερικό για να …φάει τα κλεμμένα, αυτά που τόσα χρόνια κέρδισε στο χορό των εκατομμυρίων!!! Σε κάθε περίπτωση ήμουν εργοδότης, επαγγελματίας, άρα εξ' ορισμού κακός! Εκμεταλλευτής, λαμόγιο, πρώην αφεντικό που πρέπει να… πληρώσει, καταχραστής και μέλος του σάπιου συστήματος. Μόνο η τιμημένη εργατιά και η φτωχή αγροτιά αξίζουν συμπαράσταση! Δούλεψα συχνά πέραν του 12ωρου χωρίς βέβαια κάποιος να με αμοίψει παραπάνω, έτρεξα, αγωνίστηκα, ρίσκαρα, πρόσφερα φτιάχνοντας κάτι από το μηδέν και να που τώρα που μου τράβηξαν το χαλί κάτω από τα πόδια, μου ζητάνε και τα ρέστα. Φυσικά μου ζητούν, φόρους, εισφορές, δόσεις, που μπορώ και πρέπει να πληρώσω εφόσον έχω στοιχειώδες εισόδημα. Όταν τα έσοδα υπολείπονται των εξόδων λόγω της κρίσης που μαστίζει το αγοραστικό κοινό και οι τράπεζες αντί να συνεχίσουν να χρηματοδοτούν, ανεβάζουν τα επιτόκια, από πού να πληρωθούν τα οφειλόμενα. Να πουλήσεις την περιουσία σου και να πληρώσεις! Μάλιστα. Έχω ένα σπίτι για το οποίο πρέπει -αν και δεν μπορώ πλέον- να πληρώνω τη δόση του στεγαστικού δανείου, πώς να το πουλήσω που  δεν μου ανήκει, ποιος να βρεθεί να το πάρει τέτοια εποχή και μάλιστα σε τιμή ίση ή μεγαλύτερη του οφειλόμενου κεφαλαίου; Έχω κι ένα σχεδόν καινούργιο αυτοκίνητο που μόλις ξεχρέωσα, μόνο που κανείς δεν δέχεται να πάρει στη μισή τιμή! Στις ευνοϊκές ρυθμίσεις χρεωμένων δεν μπορώ να υπαχθώ διότι ανήκω στην προνομιακή κατηγορία των επιχειρηματιών κι όχι των μισθοδοτούμενων!!! Για τον ίδιο λόγο δεν μπορώ να πάρω επίδομα ανεργίας αν και δεν έχω πλέον δουλειά. Ακόμα και για να κλείσω τη δουλειά μου πρέπει να πληρώσω τόσα που αν τα είχα δεν θα την έκλεινα… Ξέρω ότι κάποιοι φαντάζονται ότι έχω βγάλει στο εξωτερικό τα εκατομμύρια της ζωής μου και ζω ζωή χαρισάμενη. Δεν θα άλλαζε τίποτα αν αυτοί μάθαιναν την αλήθεια, θα ήμουν γι' αυτούς άξιος της μοίρας μου, "καλά να πάθει" θα έλεγαν", "ας πρόσεχε", "όταν τα έπαιρνε ήταν καλά;" 
Αυτά από την… "πατρίδα". Εδώ δεν αντιμετωπίζω προσωπικά περιφρόνηση ή προκατάληψη. Βλέπω όμως στα πρόσωπα των συνομιλητών μου τη συλλογική προκατάληψη ενάντια στο λαό που έτρωγε και έκλεβε ασύστολα. Που δεν πλήρωνε φόρους -πράγμα ασυγχώρητο για το μέσο Νορβηγό- ενώ έπαιρνε παράνομα επιδοτήσεις. Οι ειδήσεις βλέπετε μετέφεραν αυτούσια τα "κατορθώματά μας", σε όλα τα πλάτη της γης. 
Όταν ένας γνωστός γνωστού μού πρόσφερε δουλειά σε μια ανακαίνιση καταστήματος, ένιωσα σαν να κέρδισα το λαχείο κι ας ήτανε μόνο για λίγες μέρες. Ντύθηκα τη φόρμα μου και πήγα. Τότε ήταν που έμαθα ότι ο "άγγελός μου" μου είχε εξασφαλίσει μόνιμη εργατική δουλειά. Είχα ανακαινίσει το δικό μου κατάστημα επτά φορές αν θυμάμαι καλά. Πάντα με μεράκι και ελπίδες για κάτι καλύτερο, όχι μόνο από έσοδα, αλλά και για ένα ανώτερο επίπεδο στη ζωή του τόπου μου. Την τελευταία φορά μάλιστα και ελλείψει χρημάτων, την ανακαίνηση την είχα κάνει σχεδόν μόνος μου. Δούλεψα κι εδώ με το πάθος του διψασμένου για δουλειά. Του μετανάστη που περιφρόνησαν με την απόρριψή τους. Με τη δίψα της αναγνώρισης έστω κι ως ανειδίκευτου μάστορα! Από ένα παράπλευρο συνεργείο μου ζήτησαν να δουλέψω στη συνέχεια σ' αυτούς. Όμως η μόνιμη δουλειά ήδη με περίμενε κι είχα για πρώτη φορά την ευκαιρία να απορρίψω μία πρόταση. Αυτός κι αν ήταν κατάκτηση! 
Όταν αυτές οι εργασίες τελείωσαν, μάζεψα τα πράγματά μου κι ετοιμάστηκα να ταξιδέψω για τον τόπο που θα μπορούσα να εγκατασταθώ πλέον ως μόνιμος εργαζόμενος της Νορβηγικής κοινωνίας …στις οικοδομές. 
Μάζεψα τα λιγοστά πράγματά μου στη βαλίτσα, αποχαιρέτησα τους φίλους που με αγάπησαν και μου συμπαραστάθηκαν στο Kristiansand και πήρα το τραίνο προς Oslo. Το καλοκαίρι τέλειωνε. Ανάμεσα από λίμνες με νούφαρα το τραίνο με μετέφερε σε ένα νέο κόσμο, στον κόσμο του "νοικοκύρη" που είναι άξιος να έχει μια δουλειά. Με συστάσεις για νέες γνωριμίες που στη συνέχεια δεν με απογοήτευσαν. Ήμουν έτοιμος να πάω ακόμα και στο Βόρειο Πόλο αρκεί να μου πρόσφεραν μια δουλειά και θα έκανα ό,τι μου ζητούσαν. Είχα μια δουλειά στην τσέπη και μάλιστα όχι στο Βόρειο Πόλο. Περιμένετε άγριοι Νορμανδοί, έρχεται ο πολιτισμένος και πολυδοξασμένος Έλληνας να σας κατακτήσει. Έρχεται ο έξυπνος και άξιος να καταπλήξει εσάς τους ιθαγενείς βόρειους με χάντρες και καθρεφτάκια που δεν φαντάζεστε...

Δευτέρα, 6 Μαΐου 2013

ΠΑΡΕΝΘΕΤΙΚΑ: ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ ΣΤΗ ΝΟΡΒΗΓΙΑ ΓΙΑ ΕΞΕΥΡΕΣΗ ΕΡΓΑΣΙΑΣ



Φαίνεται ότι το θέμα της μετανάστευσης το σκέφτονται πολλοί, αν κρίνω από τη μεγάλη επισκεψιμότητα των τελευταίων μου αναρτήσεων. Σήμερα μάλιστα έμαθα για μια Νορβηγίδα παντρεμένη με Κρητικό που κλείνουν την τουριστική επιχείρησή τους κι έρχονται στη Νορβηγία μετά από 15 περίπου χρόνια γάμου. 

Να λοιπόν μερικές οδηγίες/συμβουλές προς επίδοξους "ναυτιλομένους", σαν μια παρένθεση στη δική μου διήγηση: 
     Το να αφήνεις τον τόπο σου που γνωρίζεις και νιώθεις άνετα, είναι από μόνο του πολύ δύσκολο. Πολύ περισσότερο σε μεγάλη ηλικία και μάλιστα υπό το βάρος οικονομικών προβλημάτων. Επιπλέον η βορειοευρωπαϊκή κουλτούρα είναι πολύ δύσκολη για τις συνήθειες των Ελλήνων που μισούν την τάξη, που αρέσκονται να κάνουν ό,τι τους γουστάρει χωρίς να δίνουν λόγο σε κανένα. Αλλά αυτός είναι και ο κύριος λόγος για τον οποίο το δικό μας σπίτι (βλ. πατρίδα) το κάναμε "θερινό" ενώ οι βορειο- και δυτικο- ευρωπαίοι αντιστέκονται καλύτερα στο φαινόμενο της οικονομικής κρίσης που μαστίζει τα τελευταία χρόνια την Ευρώπη αλλά και όλη την παγκόσμια κοινότητα. 
    Όχι δεν θα έλεγα ότι το σημαντικότερο πρόβλημα είναι ο καιρός. Αν κανείς αποφασίσει να ξεπεράσει τους δύσκολους μήνες, από τέλος Νοεμβρίου έως τέλος Φεβρουαρίου, που η θερμοκρασία είναι μονίμως πολύ κάτω από το μηδέν, κατά τα άλλα το κλίμα της Νορβηγίας είναι πολύ καλό. 
    Δεν μπορούμε να αγνοήσουμε ένα σημαντικότατο πρόβλημα που είναι η γλώσσα. Μπορεί όλοι εδώ να μιλούν και αγγλικά (ειδικά οι νεώτεροι) αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι μπορείς να πιάσεις δουλειά αν δεν ξέρεις τη γλώσσα. Γι' αυτό και είναι λογικό μεγάλο μέρος των σύγχρονων Ελλήνων μεταναστών να κατευθύνονται προς αγγλόφωνες χώρες, αφού οι πιο πολλοί απ' αυτούς μιλούν λίγο ως πολύ αγγλικά. Νομίζω όμως ότι αν κάποιος μπορέσει να μάθει Νορβηγικά από την Ελλάδα, ή βρει τρόπο να μείνει στη Νορβηγία μαθαίνοντας τη γλώσσα για ένα τουλάχιστον χρόνο σκληρής προσπάθειας, έπειτα είναι σχεδόν αδύνατο να μη βρει δουλειά. Έχω υπόψη μου μόνο τους Πολωνούς στο συγκεκριμένο χώρο της οικοδομής, που βρίσκουν δουλειά από μεταξύ τους συστάσεις, χωρίς να γνωρίζουν τη γλώσσα. Αυτοί όμως συνήθως δουλεύουν κατά ομάδες, έτσι ώστε σε κάθε ομάδα να υπάρχει ένας που μιλάει Νορβηγικά με τους υπεύθυνους. έτσι παίρνουν οδηγίες για το τι θα κάνουν κι έπειτα απλώς… το κάνουν μιλώντας μεταξύ τους τη γλώσσα τους. Μερικοί στην Ελλάδα πιστεύουν αφελώς ότι μόλις πατήσουν το πόδι τους στη Νορβηγία θα τους περιμένουν στην ουρά οι επιχειρήσεις να τους προσλάβουν. Πλάνη οικτρά! Είναι κρίμα να έρθει κανείς ως εδώ κι έπειτα να αναγκαστεί να επιστρέψει απογοητευμένος. 
       Χωρίς τις παραπάνω προϋποθέσεις, καλά είναι κανείς να μη κάνει το τόλμημα να έρθει. Φυσικά αν κάποιος έχει μια περιζήτητη εξειδίκευση, μπορεί να στείλει βιογραφικό και αίτηση απευθείας στην επιχείρηση από την Ελλάδα κι εκείνη να τον καλέσει. Σ' αυτή την περίπτωση μπορεί να δουλέψει από την πρώτη μέρα, χωρίς να περιμένει τις γραφειοκρατικές διαδικασίες. Αν πάλι κάποιος είναι ανειδίκευτος αλλά έχει κάποιον στη Νορβηγία που μπορεί να του βρει δουλειά με προσωπικές συστάσεις σε επιχειρήσεις που γνωρίζει, ε αυτός ανήκει σε ειδική κατηγορία και είναι ... ο τυχερός! 

Σάββατο, 4 Μαΐου 2013

Καλοκαίρι 2012 στο Kristiansand της Νορβηγίας


      Το καλοκαίρι στο Kristiansand ήταν ηλιόλουστο, με συχνές διακοπές για δυνατές βροχές που οι Νορβηγοί τις περιμένουν για πιο φτηνό τιμολόγιο στο λογαριασμό του ηλεκτρικού ρεύματος και η γη για να οργιάσει την ήδη πλούσια βλάστησή της. 
     Το φως του ήλιου αντανακλούσε κι από τα μάτια μου την ελπίδα για μια νέα πατρίδα, εδώ μακριά από τη χώρα που γεννήθηκα και έζησα τα 46 μέχρι τώρα χρόνια της ζωής μου. 
     Εδώ τώρα έπρεπε να βρω άκρη με τη χώρα αυτή. Ό,τι κι αν προσπαθούσα να κάνω μου ζητούσαν κάποιο Νορβηγικό αριθμό ταυτότητας. Άρα έπρεπε κάπου να εγγραφώ. Με πληροφόρησαν ότι εφόσον έπρεπε να μείνω πέραν του 3μήνου που δικαιολογείται για ένα τουρίστα, έπρεπε να εγγραφώ στην αστυνομία. Πήγα στην αστυνομία, αλλά ήταν η μόνη μέρα της εβδομάδας που δεν δέχονταν εγγραφές μεταναστών. Την επομένη πήγα από τις 7.00πμ για να πάρω σειρά. Πραγματικά πήρα έναν αριθμό προτεραιότητας και περίμενα μέχρι τις 4.00μμ για να εξυπηρετηθώ, καθώς άλλοι μετανάστες ανατολίτες και αφρικανοί είχαν έρθει πριν από εμένα κι εγώ ήμουν σχεδόν ο τελευταίος που θα εξυπηρετούνταν. Το μαρτύριο εκείνης της ημέρας πέρασε αλλά τον αριθμό μου τον πήρα σε διάστημα μεγαλύτερο του ένα μήνα. Σ' αυτό το διάστημα δεν μπορούσα να κάνω τίποτα. Δεν μπορούσα καν να ανοίξω ένα τραπεζικό λογαριασμό.      
Εδώ έμεινα το μεγαλύτερο μέρος του καλοκαιριού
    Περιτριγύριζα όμως την πόλη σαν τουρίστας, μάθαινα μόνος τη γλώσσα καθώς το καλοκαίρι τα μαθήματα είχαν σταματήσει, προσπαθούσαν να μάθω την κουλτούρα αυτού του λαού κι έκανα γνωριμίες. Στις δύο εβδομάδες ο πρώτος φίλος του φίλου του φίλου μου επέστρεψε στην πόλη και έτσι μετεγκαταστάθηκα στο δικό του σπίτι. Πόσα σπίτια με είχαν φιλοξενήσει ως τώρα! Αυτός ο άνθρωπος ο  Øyvind τα είχε οργανώσει όλα ως εκείνη τη στιγμή, ώστε να ζω χωρίς έξοδα. Χωρίς αυτόν θα μου είχαν τελειώσει ήδη τα χρήματα καθώς η χώρα είναι πολύ ακριβή για κάποιον που διαθέτει ευρώ. Αυτός λοιπόν ήταν ο καλός μου άγγελος,που  κρυμμένος κάπου στο παρασκήνιο τόσο καιρό κινούσε τα νήματα.  Ένας τζέντλεμαν, τόσο προσηνής, απλός και αγνός. Πόσες εβδομάδες όμως μπορώ να μείνω στο σπίτι του; Του ζητάω να μου βρει κάπου να μείνω οικονομικά. Μου βρίσκει δωμάτιο στους φοιτητικούς κοιτώνες της σχολής που διδάσκει αντί ενός ευτελούς ποσού. Από εκεί θα στείλω μέσω ίντερνετ εκατοντάδες αιτήσεις σε επιχειρήσεις που αναζητούν υπαλλήλους. Μάταιος κόπος όμως, χωρίς ικανοποιητική γνώση της γλώσσας δεν γίνεται τίποτα. Μελετάω όλη την ημέρα τη γλώσσα όσο δεν στέλνω βιογραφικά. Εκεί ο καλός μου άγγελος θα μου βρει και λίγη πρόσκαιρη δουλειά σε εργατικές εργασίες της σχολής. Προσπαθήσαμε και στο μάζεμα της φράουλας, αλλά ήταν ήδη καλυμμένοι από Πολωνούς. Με περιφέρει από κοινωνική εκδήλωση σε κοινωνική εκδήλωση και με συστήνει παντού. Οι γνωριμίες μου αυξάνονται μέρα με τη μέρα και νιώθω ένα κύκλο ζεστασιάς να με περιβάλλει. Μερικές φορές αυτό του κοστίζει και οικονομικά. Αχ να μπορούσα να μην είμαι τόσο βάρος. Χαίρομαι που τον βοηθάω στην πίσω αυλή του που κάθε απόγευμα κατασκευάζει αυτός ο κύριος καθηγητής σε ηλικία σύνταξιοδότησης μια βεράντα. Όλοι οι γείτονες είναι εκεί, στις πίσω αυλές να φτιάχνουν κήπους και βεράντες με προσωπική δουλειά. τα φτιάχνουν όλα τόσο όμορφα κι ας μην είναι η δουλειά τους. Εδώ όλα γίνονται με ξύλο και πολύ μεράκι. Εκεί θα γνωρίσω κι ένα γείτονα από την Κύπρο, συνταξιούχος πλέον, αφού έζησε πολλές δεκαετίες σε ΗΠΑ και Νορβηγία και θα έχω για πρώτη φορά την ευκαιρία να μιλήσω με κάποιον Ελληνικά, από τότε που πάτησα το πόδι μου στη γη των βίκινγκς. Ευτυχώς έχω τελειώσει και με τα γραφειοκρατικά μετά από μεγάλες καθυστερήσεις. Έχω πάρει τον προσωρινό αριθμό ταυτότητας και μ' αυτό το Νορβηγικό μου ΑΦΜ. Από το NAV όμως (κρατική υπηρεσία απασχόλησης, κοινωνικής ασφάλισης και πρόνοιας) δεν έχω καμία βοήθεια, αφού δεν είμαι πρόσφυγας… ΟΙ πρόσφυγες εδώ είναι… προνομιούχοι!
Εδώ κάναμε το μπάνιο μας
Ο Αύγουστος όμως έχει μπει κι έχει προχωρήσει και δουλειά δεν φαίνεται στον ορίζοντα. Είναι η ώρα ο καλός μου άγγελος να κάνει πάλι το θαύμα του. Ένας γνωστός του κάπου σε μια μικρή πόλη προς το Όσλο δέχεται να με προσλάβει σε εργατική δουλειά.

Ο ήλιος καθώς έδυε στο φιορδ κατά τα μεσάνυχτα...
Θα έκανα ότι μου ζητούσαν, αρκεί να έπαιρνα μια δουλειά! Τι πάθος τότε για μια δουλειά, για μια όποια δουλειά.  Μια εποχή γεμάτη ελπίδα ξεκινάει ενόψει του φθινοπώρου. Ένα δωμάτιο με περιμένει εκεί ώστε να βρω σπίτι για να καλέσω όλη την οικογένεια. Μετά από 25 σχεδόν χρόνια γάμου με τρία παιδιά, ήταν καλές διακοπές για μένα ένα καλοκαίρι στη Νορβηγία μακριά από τους καύσωνες που τόσο με ταλαιπωρούσαν στην Ελλάδα και μόνος… Πόσο είχα ξεχάσει πώς είναι να ζεις ανεξάρτητος, μακριά από παιδιά και σύζυγο. Θεέ μου πόσο ανάποδοι είμαστε εμείς οι άνθρωποι. Όταν δεν έχουμε οικογένεια λιώνουμε στη μοναξιά κι όταν την αποκτάμε, λαχταρούμε στιγμές ανεξαρτησίας!