Πέμπτη, 31 Δεκεμβρίου 2009

Μελαγχολία γιορτών



Θεέ μου τι θέλουμε επιτέλους;

Όλο κάτι αναζητάμε, κάτι θέλουμε, που δεν έχουμε και δεν φτάνουμε. Μέρες γιορτών και η μελαγχολία κάνει θραύση. Είναι φυσικό λένε οι ειδικοί. Η μελαγχολία πάει με τις γιορτές. Βλέπετε η ευτυχία είναι πάντα για τους άλλους κι όχι για εμάς. Η ευτυχία είναι για τους νέους που μπορούν να βγαίνουν τα βράδια και να διασκεδάζουν με τις παρέες τους, ενώ εσύ που έχεις οικογένεια δεν μπορείς βέβαια να κάνεις ό,τι θα ήθελες. Κι όμως κι εκείνοι δεν νιώθουν την ευτυχία, η κοπελίτσα γιατί την άφησε το αγόρι της ή επειδή όλη τη νύχτα εκείνος ο κούκλος δεν της έριξε ούτε μια ματιά.

Ο επιχειρηματίας με τα ακριβά ρούχα και τις πολλές επισφάλειες λόγω οικονομικής κρίσης βλέπει την ευτυχία στο πρόσωπο της νεαράς Ρωσίδας, του strip bar της βραδινής του εξόδου, ενώ εκείνη τη βλέπει στα ακριβά του ρούχα, στην επαγγελματική του επιτυχία και το ακριβό αυτοκίνητο που τον περιμένει απ’ έξω.

Οι αγρότες ζηλεύουν τους της πόλης με όλα τους τα καλά και τις πολλές ανέσεις κι οι αστοί στην ύπαιθρο και στην αγνότητα του φυσικού περιβάλλοντος. Οι μικροί αποβλέπουν στην εξουσία και τις κατακτήσεις των μεγάλων κι οι μεγάλοι στη θεοποιημένη δικτατορία της νεότητας, που έχει πέραση παντού. Οι επώνυμοι λαχταρούν να έκαναν διακοπές χωρίς να τους ενοχλήσουν οι θαυμαστές κι οι παπαράτσι, ενώ οι ανώνυμοι, ζηλεύουν το μύθο των επωνύμων και τις ανοιχτές πόρτες που εκείνοι βρίσκουν πάντα μπροστά τους.


Στις καλοκαιρινές διακοπές έχουμε αυξημένα διαζύγια και στις Χριστουγεννιάτικες, μελαγχολία και αυτοκτονίες. Τι να φταίει άραγε;

Υποθέτω ότι βάζουμε ψηλά τον πήχη των προσδοκιών, τόσο που δεν είναι δυνατό να τον φτάσουμε. Μια μέρα είναι τα έρ’μα τα Χριστούγεννα. Μια μέρα που φανταζόμαστε ότι θα πρέπει να είναι η τέλεια, το πρότυπο μέρας της ζωής μας, τέτοια που δεν έχουμε ξαναζήσει. Την ετοιμάζουμε με επιμέλεια σαν το καλύτερο δώρο για τον εαυτό μας! Πώς να περάσουμε καλά, ονειρεμένα... Και δοκιμάζουμε ταξίδια στο εξωτερικό με καλά ξενοδοχεία, πυροτεχνήματα, χειμερινούς προορισμούς και ακριβά ξενοδοχεία. Ή μια ζεστή παρέα οικογένειας ή φίλων στην οποία να έχουμε από όλα για να καταναλώσουμε. Έχω ζήσει την απογοήτευση αυτών των προσδοκιών. Όταν τα έχεις προγραμματίσει όλα στην κάθε του λεπτομέρεια κι ο άλλος δεν ανταποκρίνεται στο ρόλο που του έδωσες. Όταν το αεροπλάνο καθυστερήσει, το ξενοδοχείο δεν ήταν όπως στη φωτογραφία, σου έσπασε η φωτογραφική ή κόλλησες στα χιόνια του χιονοδρομικού. Όταν στην παρέα ο άλλος ήπιε πολύ και χάλασε την ατμόσφαιρα... Ναι εκεί μέσα και μία άστοχη λέξη μπορεί να γίνει δυναμίτης, να τα γκρεμίσει όλα κι εσύ να μείνεις στα χαλάσματα κλαίγοντας μόνος. Τρομάζω κάθε φορά που βλέπω αυτές τις προσδοκίες να φουντώνουν μέσα μου. Φοβάμαι την επόμενη μέρα. Μερικές φορές σκέφτηκα ότι αυτό είναι ο ορισμός της απαισιοδοξίας, αλλά η επόμενη μέρα ήρθε, πάντα έρχεται οδυνηρά και απαρέγκλιτα. Κάθε προσδοκία λοιπόν, το αποφάσισα, πρέπει να συνοδεύεται κι από την οδό εξόδου. Πάνε μαζί, είναι πάντα ζευγάρι. Αλλιώς πείτε ότι τα Χριστούγεννα δεν είναι τίποτα, μια μέρα είναι που ξημερώνει σαν τις άλλες και δύει σύντομα όπως η χθεσινή της και η αυριανή της. Πέστε ότι τα Χριστούγεννα δεν είναι τίποτα κι όλα είναι μόνο μέσα στο μυαλό μας. Μια ιδέα είναι, μια φαντασία, μια ιδεοληψία...

Τετάρτη, 30 Δεκεμβρίου 2009

Αγροτικό εορτολόγιο


Τώρα που τελειώνουν οι εορτασμοί της Πρωτοχρονιάς, μη στενοχωριέστε, έχουμε ακόμα Θεοφάνια, μετά όλο και κάποιο Γιάννη, Αντώνη, Θανάση θα έχετε και τέλος όλο και κάποια πίτα θα χρειαστεί να κοπεί με την παρουσία σας. Μέχρι το… Μάρτη έχουμε να κόβουμε αν δεν μας πιαστεί το χέρι! Αλλά η πιο μεγάλη επέτειος που έχουμε μπροστά μας είναι ο ετήσιος εορτασμός των αγροτικών αγώνων.

Ελπίζω φέτος οι συμπαθείς αγρότες μας να μη μας χαλάσουν την παράδοση κι εμένα το χατήρι.

Όλοι ξέρουμε τι φάση έχει αυτός ο εορτασμός. Επειδή οι άνθρωποι κάθε μέρα είναι στο φρέσκο χώμα, αυτές τις ημέρες τις γιορτάζουν στην άσφαλτο. κατασκηνώνουν τα τρακτέρ τους σαν τους πρώτους μετανάστες στην Αμερική με τις άμαξές τους. Μπάρ μπε κιού, κρασί, τσίπουρο και χοροί έχουν την τιμητική τους. Τα ΜΜΕ, κάθε χρόνο καλύπτουν τις εκδηλώσεις ως την τελευταία του λεπτομέρεια. Γνωστή λοιπόν αυτή η γιορτή ως τις εσχατιές της πατρίδας μας, κατακλύζεται από επισκέπτες από όλη τη χώρα. Άλλοι για συμπαράσταση, άλλοι για παρέα, άλλοι απλώς περνούσαν από την εθνική στράτα κι αναγκάστηκαν να… παρακολουθήσουν.

Ένα έθιμο που έχει καθιερωθεί πλέον είναι το Πατακόχαρτο, ή εσχάτως Κοκκινουλόχαρτο. Σύμφωνα μ' αυτό δεν επιτρέπεται κανείς ακάλεστος καλεσμένος να φύγει, παρά μόνο αν έχει μπάρμπα ΣΤΟ κόμμα. Οι άλλοι υποχρεούνται να μείνουν χαμογελώντας, για την τιμή που είχαν να παρευρίσκονται σ' αυτό το πανελλήνιο γεγονός του έτους. Πάντα οι πανηγυρίζοντες αγρότες ξεκινούν με την πρόθεση να ψήνουν αρνιά μέχρι το Πάσχα, αλλά συνήθως, δεν αντέχει το στομάζι τους τόσα αρνιά και βαρυστομαχιασμένοι το διαλύουν κατά τις απόκριες.

Το τέλος της μεγαλύτερης αυτής εορτής της αγροτιάς επισφραγίζεται με μήνυμα του αρμόδιου υπουργού, ο οποίος για την περίσταση, κάθε φορά τάζει μια ευχή κι όλοι πάνε στο σπίτι τους ευχαριστημένοι και χορτασμένοι, λέγοντας -για το έθιμο μόνο- ότι είναι έτοιμοι αν η ευχή δεν πιάσει, να γυρίσουν στους χορούς, καταπίνωντας και την υπόλοιπη κτηνοτροφική παραγωγή της χώρας, με κίνδυνο το Πάσχα να γίνουμε χορτοφάγοι.


Τι λέτε αγαπητοί κοντοχωριανοί,τα τελευταία χρόνια ο εορτασμός έχει γίνει ολίγον προβλέψιμος κι έχει χάσει την πρωτινή φρεσκάδα. Μήπως φέτος να το καταργήσουμεή μήπως να βρούμε άλλο μέρος κι άλλες εκδηλώσεις για να τιμήσουμε τη χειμερινή περίοδο αγροτοανάπαυσης.

Μια ιδέα λέω, σκεφτείτε το. Αλλιώς θα γελούσε και το παρδαλό κατσίκι αν δεν είχε γίνει θυσία στα δίκαια αιτήματα.

Καλή παραμονή σε όλους


Να λοιπόν που έφτασε μετά τα Χριστούγεννα και η παραμονή της παραμονής της Πρωτοχρονιάς. Σήμερα ήταν η πραγματική παραμονή διότι η αυριανή παραμονή νομίζω ότι είναι η πραγματική Πρωτοχρονιά. Είναι το αποκορύφωμα. Ποτέ δεν απόλαυσα την Πρωτοχρονιά, όσο την παραμονή της! Η παραμονή έχει την προσμονή, η Πρωτοχρονιά τι έχει εκτός από την απογοήτευση του “α αυτό ήταν όλο κι όλο από Πρωτοχρονιά!” Η Πρωτοχρονιά έχει τη χαρά του shopping therapy, η ίδια η Πρωτοχρονιά τι έχει, αφού όλα είναι κλειστά! Η παραμονή έχει το τρέξιμο ενώ η ίδια η μέρα έχει μια χαυνωτική αμηχανία. Η παραμονή έχει το περιώνυμο revellion, η Πρωτοχρονιά καθ’ εαυτή, ειδικά μετά το μεσημέρι, έχει την απογοήτευση του “αυτό ήταν, όλα τέλειωσαν”. Σαν παρηγοριά αχνοφαίνεται η μέρα των Θεοφανίων, αλλά ωχριά τόσο μπροστά στα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά, που είναι ως μη υπάρχουσα.

Άντε λοιπόν, χαρείτε την αυριανή μέρα που έχει όλο το... ζουμί. Αποχαιρετίστε το νούμερο 2009, που μένει πλέον στο χώρο των αναμνήσεων. Σας το εύχομαι ολόψυχα.

Τετάρτη, 23 Δεκεμβρίου 2009

ΠΟΙΗΜΑ: τα κάλαντα των παιδιών

Την παραμονή των Χριστουγέννων είθισται να ακούμε τα κάλαντα από τα παιδιά...

Από την προσωπική μου ποιητική συλλογή:

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΜΙΑΣ ΒΑΣΙΛΙΚΗΣ ΜΙΚΡΟΤΗΤΑΣ

03/04/2004


Μας ξύπνησε άγρια χαράματα το κουδούνι

Σεισμός, φωτιά, θάνατος;

Ανοίξαμε, με τρομαγμένα μάτια

Και τύμπανο η καρδιά:

«Να τα πούμε;»

Μπροστά μας στέκονται δύο παιδιά

Είμαστε εμείς.

Θεέ μου. Τι μπορούν να πουν δύο παιδιά

Βγαλμένα από μια παλιά οικογενειακή φωτογραφία;

ΠΟΙΗΜΑ: Μίκρυνε η μέρα

21 Δεκεμβρίου είχαμε τη μεγαλύτερη νύχτα του έτους και τη μικρότερη μέρα κατά συνέπεια.

Έτσι θυμήθηκα αυτό το ποίημά μου από την προσωπική μου συλλογή: ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΜΙΑΣ ΒΑΣΙΛΙΚΗΣ ΜΙΚΡΟΤΗΤΑΣ, που γράφτηκε 1/11/03 και το συμμερίζομαι μαζί σας.


Πόσο ακόμα μπορεί να μικρύνει μια μέρα;

Στον ανθό της να μαραίνεται

Στη νιότη της να πεθαίνει

Να σου δείχνει την πόρτα

Να σου πλακώνει το στήθος

Σαν ένας λυγμός χτικιασμένος

Που παλεύει το στοιχειωμένο στέρνο να αφήσει.

Δεν το αντέχω

Ξύπνησα το απόγευμα

Κι ήταν μια ψύχρα να με υποδεχτεί

Η μέρα δεν ήταν πια εκεί.

Κυριακή, 20 Δεκεμβρίου 2009

ΠΟΙΗΜΑ: Σεπτέμβρης

04/09/2003


Ποιος καθάρισε το τοπίο

Ποιος ζωντάνεψε το φως!

Ποιος έπλυνε τα χρώματα που χύνονται

Κρυστάλλινοι καταρράκτες

Στις χαράδρες, στους αγρούς,

Στα ξωτικά της χλόης, ίσια στην καρδιά μου;


Το ξέρω αυτό το αεράκι

Είναι το ίδιο που με έτσουξε

Τόσες φορές

Λίγο πάνω από το στομάχι

Που μου κόβει τη λαλιά

Σαν με αγγίζει ένα σμήνος πουλιά

Μαχαιριά - χαμόγελο

Με τα ακροπτέρυγά τους.


Είναι τα τραίνα, είναι τα όνειρα

Που τέτοιον καιρό με άγγιξαν

-πώς πονούν-

μα τα ταξίδια αλάργεψαν πια,

είναι το φάντασμά τους

που τέτοιον καιρό ξυπνά

για να κοιμηθεί ξανά

ίδια σκιά του εαυτού τους.


Είναι τα σινεμά που γράφουν ακόμα

«ραντεβού το Σεπτέμβρη»

και μια ριπή του ανέμου τα φύλλα

μπροστά στην πόρτα με το λουκέτο.

αναριγούν τα φυλλοκάρδια μου

σαν ερωτευμένη έφηβη

που αναρωτιέται αν θ’ αντέξει η καρδιά της

την έφηβη ευτυχία.


Είναι η ερωτευμένη πόλη

Που ψάχνει τα παιδιά της

Στις εφηβικά ενηλικιωμένες ερημιές

Των δρόμων της.


Καθώς ο ήλιος με τρυπά

Μια σπιλιάδα ψύχρας

θα με μαχαιρώσει

ίσια πάνω στην μοναξιά μου.


Πόσο ανάρμοστες είναι οι αμμουδιές

Στα κουμπωμένα μας ρούχα!

Πόσο απρόσμενα γυμνώνονται οι έρωτες

Προδίδονται οι μύθοι,

Καθώς μια συμμορία πουλιών

Λυμαίνεται τα λίγα φύλλα

Που πέταξαν στη δύση.


Τον ξέρω αυτόν τον ψίθυρο

Αυτά τα χρώματα…

Μου μάτωσαν τόσες φορές τη μέρα

Με βροχές ανελέητες


Ποιος έσβησε τη μέρα μας

Με τα απογεύματα που ‘πνίξανε τα μεσημέρια μας

πάνω στο άνθος τους;


Την ξέρω αυτή την απελπισία.

Δώστε τη μέρα μας πίσω,

Δώστε τα όνειρά μας πίσω.


Ποιος μας έσβησε τη μέρα

τόσο βροχερά, τόσο βουρκωμένα…


Αυτή η αγουροξυπνημένη μυρουδιά

Μου κόβει την ανάσα

Και μου υπόσχεται όλα εκείνα

Που ποτέ δεν πρόκειται να φτάσω.

Σάββατο, 19 Δεκεμβρίου 2009

Φαίνεται ότι τέτοιο καιρόμε πιάνει η μελαγχολία του χειμώνα και των γιορτών. Έτσι με πιάνουν τα ποιητικά μου και σκαλίζω αρχεία...


ΜΟΥΣΑ ΜΟΥ, ΑΝΕΚΠΛΗΡΩΤΕ ΜΟΥ ΕΡΩΤΑ

04/09/2003

Αυτή τη χίμαιρα

Ξέρω, ποτέ δεν θα τη φτάσω

Κι αλίμονο αν ποτέ την έφτανα.

Κάθε τέτοιον καιρό

Με την πρώτη υγρασία

Με πονάει ένα όνειρο που έχω εδώ

Στην κοιλιά μου

Για έναν έρωτα ανεκπλήρωτο

Για τη μούσα που με περιγέλασε

Και πεθαίνω μόνος.

Κάθε τέτοιον καιρό

Φουσκώνει μέσα μου ένα κλάμα

Και ίσα αν προλάβω

Ν’ ανοίξω την κάνουλα

Προτού να σπάσει.

Παρασκευή, 18 Δεκεμβρίου 2009

ΠΟΙΗΜΑ: Δεν μας δικαίωσε η ιστορία

30/8/03

Στη σκιά ενός ονείρου

Ενός τρυφερού εφιάλτη

Η δροσιά του όρθρου

Υποδέχεται τη μιζέρια μου με υποσχέσεις.

Το όνειρο ενός κόσμου που έφυγε

Μου κεντάει

Τα νυσταγμένα κέντρα μου.

«μη ξυπνήσετε την αγάπη μου

Εωσού θελήσει».

Έχασα το επόμενο κύμα

Και το τραίνο πέρασε

Δεν πρόλαβα να αρπάξω την πόρτα του

Και έμεινα με το χέρι σηκωμένο

Περίοπτα γελοίος στην άμπωτη… γυμνός!

Δεν μας δικαίωσε

Η … ιστορία.

Πέμπτη, 17 Δεκεμβρίου 2009

ΠΟΙΗΜΑ: Τα στοιχειωμένα μου όνειρα

Από την ποιητική μου συλλογή:

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΜΙΑΣ ΒΑΣΙΛΙΚΗΣ ΜΙΚΡΟΤΗΤΑΣ

Οκτώβριος 2003

Τα στοιχειωμένα μου όνειρα

Τα νυχτωμένα μου οράματα

Πρέπει να αναμετρηθώ

Πριν η σιωπή με πνίξει.

Όσο μεγάλωνα

Μικραίναν γύρω μου τα χαμόσπιτα

Που κάστρα απόρθητα μου μοιάζαν.

Γυμνώθηκαν οι θείες μου

Κι οι δάσκαλοι βουβαθήκαν.

Χρόνια πολέμησα εφιάλτες μανιακούς

Που δε μ’ άφησαν να πάρω το τραίνο που περνούσε.

Τώρα δεν έχω άλλο να σκεφτώ

Θα μαζέψω ότι βιος μ’ απόμεινε

Τα συντριμμένα μου μέλη για όπλα

Και θα σταθώ με θάρρος την απόγνωση

Να τους κοιτάξω ίσια μες τα μάτια.

Δώσμου πίσω το χαμόγελο

Δώσμου την ελπίδα

Δώσμου μια φωνή να τραγουδήσω

Και μια κραυγή να κλάψω.

Δευτέρα, 14 Δεκεμβρίου 2009

ΠΟΙΗΜΑ: Αυτός ο τοίχος με πνίγει

Από την ποιητική μου συλλογή:

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΜΙΑΣ ΒΑΣΙΛΙΚΗΣ ΜΙΚΡΟΤΗΤΑΣ

Τέτοιος καιρός περίπου πριν από έξι χρόνια

10 Δεκεμβρίου 2003


Θεέ μου,

Αυτός ο τοίχος εδώ μπροστά με τρελαίνει

Καθώς μου γυρνά την πλάτη του.

Αυτό το σοκάκι κάτω απ’ το παραθύρι μου

Με πεθαίνει καθώς ονειρεύομαι

Κι είναι τα όνειρα μια μαχαιριά στο στήθος

Που ‘ναι τόσο αληθινά,

Μα διαλύονται καπνός

Ανάμεσα από τα δάχτυλα που λαχταρούν να τ’ αγγίξουν

Σαν παιδιά που έμειναν μόνα με το απαγορευμένο βάζο.



Κάτι με πνίγει

Να ‘ναι ο τοίχος

Να ‘ναι η ανάσα που δεν θέλει να βγει;

Να ‘ναι η ψυχή που δεν χωράει να βγει;

Να ‘ναι η υγρασία που έχουμε άφθονη

Θεέ μου μουσκέψαμε ως το κόκαλο

από ξηρασία πρωτόγνωρη!

Παρασκευή, 11 Δεκεμβρίου 2009

Δημοκρατικές(;) λογοκρισίες

Σ’ αυτές μου τις σκέψεις, θέλω να καταγγείλω ένα φαινόμενο που παρατηρώ στην κοινωνία μας, το οποίο βλέπω να μας οδηγεί σε έναν ομαδικό παροξυσμό. Μου θυμίζει την ομαδική υστερία του ναζισμού στη Γερμανία. Το δόγμα που γίνεται αποδεκτό στην εποχή μας, είναι ότι όλοι είμαστε τόσο ελεύθεροι να κάνουμε ό,τι θέλουμε, που οι υπόλοιποι που δε συμφωνούν πρέπει να φιμωθούν! Ίσως αυτή η τάση μας να υπακούει σε ένα συντεχνιακό σκεπτικό. Επειδή δηλαδή θέλω κι εγώ κι εσύ να κάνουμε μη συμβατικά πράγματα, πρέπει να συνωμοτήσουμε ενάντια στους σπαστικούς που κατακρίνουν τις επιλογές μας. Σας θυμίζει τίποτα από Μακαρθισμό;

Περάσαμε τάχιστα από τη θεώρηση της μοιχείας ως ποινικό αδίκημα -που δεν την υποστηρίζω-, στην κοινωνική αποδοχή της. Όποιος την κατακρίνει δημόσια, θεωρείται σπαστικός έως παράνομος, διότι προσβάλλει την προσωπικότητα κάποιων και τα προσωπικά τους δεδομένα!

Φυσικά δεν υποστηρίζω ένα κυνήγι μαγισσών ενάντια σ’ αυτούς των οποίων τις επιλογές δεν επικροτώ, διότι ευθυγραμμίζομαι εκ πεποιθήσεως με τις κατευθυντήριες γραμμές μιας σύγχρονης ανεκτικής κοινωνίας. Διεκδικώ όμως το αναφαίρετο δικαίωμά μου να έχω άποψη και να την εκφράζω όποτε θέλω. Δεν επικροτώ τις προσωπικές επιθέσεις, αλλά η απόρριψη ιδεών κι όχι απαραίτητα των ανθρώπων που τις πρεσβεύουν, είναι βασική κατάκτηση της δημοκρατικής δυτικής σκέψης.


Γι’ αυτό με ξενίζει η ποινικοποίηση της ανοιχτής καταδίκης της ομοφυλοφιλίας. Μπορώ να έχω την άποψή μου και να τη διατυπώνω ελεύθερα. Μπορώ να ισχυρίζομαι με τα δικά μου επιχειρήματα ότι η ομοφυλοφιλία είναι αφύσικη προσωπική επιλογή. Δεν είναι θέμα απλώς προτίμησης, αλλά διαστροφής του φυσιολογικού σεξουαλικού ενστίκτου με το οποίο πλαστήκαμε, από το Θεό κατά τη γνώμη μου, ή από την τυχαιότητα του τίποτα κατ’ άλλους. Δεν μου άρεσαν ποτέ οι νοσηρές συνωμοσιολογικές ακρότητες. Αν όμως απορρίπτομαι λόγω αυτών των θέσεών μου, είτε διωκόμενος νομικά, είτε απορριπτόμενος κοινωνικά, τότε σίγουρα δεν ζω σε μια ανεκτική κοινωνία και θα αρχίσω να πιστεύω σε συνωμοσιολογικά σενάρια. Είδη έχουν ασκηθεί διώξεις σε βάρος θρησκευτικών παραγόντων που... τόλμησαν να καταδικάσουν με το κήρυγμά τους το φαινόμενο της ομοφυλοφιλίας. Η Ορθόδοξη Εκκλησία, ως κρατική και ΝΠΔΔ, κινδυνεύει να υποχρεωθεί σε πρόσληψη και γυναικών ιερέων αλλά και ομοφυλόφιλων, καταδικαζόμενη σε αντίθετη περίπτωση ως καταπατούσα τα ανθρώπινα δικαιώματα! Ας πρόσεχαν βέβαια με την επιλογή τους να προσεταιρισθούν το κράτος.

Ε λοιπόν ναι. δεν μπορώ τη φίμωση. Ναι, πιστεύω ότι η ομοφυλοφιλία αποτελεί διαστροφή και είναι παντελώς αφύσικη. Με τίποτα δεν θα υποκριθώ τον προοδευτικό που χαμογελάει άνετος κάνοντας ότι είναι το πιο φυσικό πράγμα του κόσμου. Μάλιστα δεν πιστεύω καν ότι είναι κουσούρι κι αρρώστια με την οποία γεννήθηκε κάποιος. Είναι προσωπική επιλογή, λόγω παιδικών τραυμάτων, καταστάσεων οικογενειακών, κοινωνικών κοκ. Μπορεί δηλαδή κάποιος να αντισταθεί σ’ αυτές τις ανώμαλες ροπές του και να τις νικήσει. Είναι πολύ σπάνιες οι περιπτώσεις που κανείς γεννιέται με διπλά γεννητικά όργανα και τέτοιου είδους ανωμαλίες, ώστε να αποτελούν περιπτώσεις αναπηρίας, όπως άλλωστε γεννιούνται άνθρωποι και με άλλου είδους ανωμαλίες σε άλλα όργανα του σώματός τους. Αυτές όμως οι εξαιρετικές περιπτώσεις, δεν μπορούν να γενικευτούν, δεν μπορούμε να τις βάλουμε όλες σε ένα τσουβάλι σε μια άνευ προηγουμένου γενίκευση.

Προσβάλλει την αισθητική μου και την ηθική μου ένα ζευγάρι αντρών που φιλιέται στο στόμα δημόσια. Όπως την προσβάλλει και η θηλυπρεπής συμπεριφορά αντρών. Ποτέ δεν θα υποκριθώ τον άνετο μπροστά σε τέτοια φαινόμενα.

Ποτέ δεν θα δεχτώ τη νομιμοποίηση ομόφυλων σχέσεων, που είναι ενάντια της φύση μας κι αποτελεί ανήθικη προσβολή της ηθικής που είναι εγγεγραμμένη μέσα στη συνείδησή μας, χωρίς να έχει διδαχτεί από κανέναν.

Τέλος θα πολεμήσω με όλα τα νόμιμα μέσα ως ενεργός πολίτης, την καθιέρωση της υιοθεσίας παιδιών από ομόφυλα ζευγάρια, διότι εκτός των άλλων, αυτό θα δώσει την άδεια διαφθοράς ανήλικων παιδιών, με τη μύησή τους σε μια νοσηρή και ανήθικη κατάσταση.

Αυτή είναι η θέση μου και θα την υπερασπιστώ με όποιο τίμημα στη νιόφερτη δικτατορία της τάχα ανεκτικότητας. Κι αυτό όχι τόσο γιατί με καίει αυτό το θέμα πιο πολύ από άλλα προβλήματα που απασχολούν την κοινωνία μας, αλλά διότι απειλείται με ένα ιδιότυπο τρόπο η ελευθερία σκέψης και έκφρασής μου, με κοινωνική απομόνωση ή νομικές κυρώσεις.


Δευτέρα, 7 Δεκεμβρίου 2009

Κοινωνική εξέγερση με πολλαπλά μηνύματα ή πάρτυ μπαχαλάκηδων;




Με κίνδυνο να κατηγορηθώ ως συντηρητικός, επανέρχομαι στο θέμα των... Δεκεμβριανών.

Υπάρχει μια ανάλγητη δικτατορία που κατ’ αποκλειστικότητα απονέμει την επίσημη αναγνώριση των προοδευτικών, των διανοούμενων κτλ. Είμαι βέβαιος ότι δεν θα πάρω ποτέ τίτλο αναγνώρισης απ’ αυτή την κλειστή σέκτα.


Η ελληνική δημοσιογραφία ανήγαγε τον περσινό ξεσηκωμό σε υπαρξιακό θέμα της Ελληνικής κοινωνίας, με το ερώτημα κατά πόσο ήταν γενικευμένο κίνημα του λαού ή κάποιων μεμονωμένων που καπηλεύτηκαν κάποιες ευαίσθητες χορδές. Πολλοί εμβριθείς αναλυτές βρήκαν προεκτάσεις του φαινομένου από τη λίμπιντο του Φρόιντ, μέχρι την οικολογική καταστροφή του περιβάλλοντος! Έτσι πέρυσι είδαμε μια ολόκληρη κοινωνία να στέκεται αμήχανη απέναντι στο φαινόμενο. Η συντριπτική πλειοψηφία των ΜΜΕ στάθηκε τουλάχιστον με ανεκτικότητα απέναντι στις ορδές των καταστροφέων. Τις περισσότερες φορές υπήρξε ένας απολογητικός τόνος υπεράσπισης των παιδιών, που “δικαίως εξαγριώθηκαν”! Για να μην πούμε τίποτα για την πολιτεία που οδηγούμενη από τους νάνους πολιτικούς της, το έβαλε στα πόδια και κρύφτηκε πίσω από μας τους πολίτες, βγάζοντάς μας μπροστά για να δεχτούμε το πρώτο κύμα της οργής, σαν τους δειλούς βασιλιάδες που σε στέλνουν στον πόλεμο κι εκείνοι δοκιμάζουν την κάβα τους στο παλάτι.

Ήμουν εκεί λοιπόν πέρυσι, στο επίκεντρο των γεγονότων, τουλάχιστον όσον αφορά την πόλη στην οποία διαμένω, τη Λάρισα. Η τραυματική εμπειρία που έζησα ακόμα με στοιχειώνει και δεν μπόρεσα μέχρι σήμερα να την ξεπεράσω.

Ανάμεσα σε πλήθος πολιτών παρακολούθησα τα τεκταινόμενα: Μια ομάδα παιδιών γύρω στα δεκαπέντε τους, με κασκόλ, σκουφιά, μοτοσυκλετιστικά κράνη κι οπλισμένα με ξύλα και σίδερα έσπαζαν ανενόχλητα. Είχαν στήσει ένα πανηγύρι που το διασκέδαζαν αφάνταστα. Μου θύμισε κάτι που διάβασα για την Αμερική που όσοι θέλουν κάπου να εκτονώσουν το στρες τους, πάνε σε ένα παλιατζίδικο, όπου τους δίνουν μια βαριά κι αρχίζουν να κοπανάνε αυτοκίνητα. Μετά από αυτό βγαίνουν... εκτονωμένοι, ζώντας την αρχαιοελληνική “κάθαρση”! Ναι ήταν εκεί μια ομάδα ανήλικων παιδιών που κατέλαβαν μια ανυπεράσπιστη πόλη. Μέχρι σήμερα και λόγω της ηλικίας μου δεν είχα ζήσει την εμπειρία των κατακτητών που μπαίνουν στην πόλη σου και τη ρημάζουν, καθώς ο στρατός της έχει προ πολλού παραδοθεί ή υποχωρήσει. Αυτό το αίσθημα της οργής με κυνηγάει ακόμα. Είχα μέσα μου την τάση του αντάρτικου. Τώρα που παραδόθηκε ο... στρατός να πάρω τα βουνά και να οργανώσω την Εθνική ...Αντίσταση! Σήμερα βέβαια δεν το λένε έτσι, το λένε αυτοδικία. Το οξύμωρο σ’ αυτή την περίπτωση είναι ότι η υποτιθέμενη αυτοδικία μου σίγουρα θα καταδικάζονταν κι από την κοινωνία κι από τα δικαστήρια που δεν θα κατάφερνα να τα αποφύγω. απεναντίας οι λεηλατιστές, απολάμβαναν μια πρωτόγνωρη ασυλία. Ήταν βλέπετε οι τιμητές του μικρού Γρηγορόπουλου. Τους το... οφείλαμε να πάρουν τα... ρόπαλα. Όχι δεν ήταν πολλοί, ήταν ένα τσούρμο γύρω στα τριάντα με σαράντα άτομα τα κάνω εγώ αν και δεν είμαι καλός σε τέτοιου είδους εκτιμήσεις. Η πολιτεία μας υποχρέωσε να στεκόμαστε στο απέναντι πεζοδρόμιο εκατοντάδες άναυδοι άνθρωποι παρακολουθώντας την περφόρμανς! Έφτασαν στην κεντρική πλατεία ανενόχλητοι κι έσπαζαν τζαμαρίες -κυρίως τραπεζών- ανενόχλητοι. Με μίσος κατέβαζαν τις ταμπέλες κι έπειτα έμπαιναν μέσα κι άναβαν φωτιές. Σε πολλές περιπτώσεις δεν κατάφεραν να ανάψουν την φωτιά κι αυτή έσβηνε μόνη της. Σε άλλες η φωτιά γενικεύονταν. Υπήρχε κίνδυνος τραυματισμών ή θανάτων από κάποια έκρηξη ή από τη γενίκευση της φωτιάς. Όμως ξέραμε ότι εκείνο το βράδυ δεν ζούσαμε σε οργανωμένο κράτος. Έκαναν το γύρω της πλατείας, καταστρέφοντας μία μία τις τράπεζες. Αυτό τους πήρε αρκετή ώρα. Βλέπαμε την ανέπαφη τράπεζα και ξέραμε ότι απλώς ακόμα δεν έφτασαν σ’ αυτή, δεν θα αργούσαν να την καταντήσουν σαν την ήδη φλεγόμενη. Ξεχώρισα μέσα στο σκοτάδι της νύχτας κάποιους μεγαλύτερους νεαρούς που τους κατεύθυναν. Τους φώναζαν “εδώ, εδώ ελάτε” κι εκείνοι υπάκουαν σαν τα πρόβατα προς τον βοσκό τους. Τους φώναζαν “όχι αυτό” και πραγματικά άφηναν το κτήριο ανέπαφο. Υπήρχε λοιπόν πολιτική καθοδήγηση, διότι αυτής της ηλικίας τα παιδιά σε καμία περίπτωση δεν θα έκαναν διάκριση. Οι καθοδηγητές λοιπόν ήθελαν να περάσουν συγκεκριμένο μήνυμα που θα ήταν αρνητικό στην κοινωνία αν καταστρέφονταν περιουσίες ιδιωτών. Εκείνη την ώρα υποχρεωνόμουν να είμαι ευγνώμων στους αυτόκλητους υπεύθυνους της τάξης, όσο θα έπρεπε να ήμουν υποχρεωμένος στον Πατάκη ή Κοκκινούλη της Εθνικής όταν θα μου έδινε ενυπόγραφη άδεια διέλευσης από τον ιδιωτικό του Εθνικό δρόμο. Έδειχναν καθαρά από τις κινήσεις τους ως σύνολο ότι δεν ήταν άνθρωποι της πόλης, ήταν εκπαιδευμένοι μισθοφόροι που τους πλήρωσαν με το δικαίωμα της καταστροφής σε ξένες περιουσίες κάτι σαν “ξένα κόλλυβα”. Πολλά από τα παιδάκια αυτά δεν έκαναν καμία προσπάθεια να κρύψουν την ταυτότητά τους και φαίνονταν καθαρά ότι ήταν τσιγγανάκια, ίσως να υπήρχαν και παιδιά μεταναστών μεταξύ τους, καθώς όταν αναμείχτηκα μαζί τους άκουγα συζητήσεις σε άγνωστες σε μένα γλώσσες. Περνούσαν λοιπόν με τη σειρά, κατέστρεφαν και έφευγαν. Στο δρόμο κατέστρεφαν κάδους και φωτεινούς σηματοδότες ρύθμισης κυκλοφορίας (φανάρια). Κάποια στιγμή έσπασαν τη βιτρίνα ενός σινεμά και προχώρησαν περνώντας μπροστά από ένα κατάστημα όπου ένας ζωηρός πιτσιρίκος, έδωσε μια στη σιδερένια ταμπέλα του που έκανε σαν κύμβαλο αλαλάζον. Τότε άκουσα αρκετές φωνές να τον κράζουν έντονα “είπαμε όχι μαγαζιά!” και τα χειρότερα αποφεύχθησαν για το κατάστημα που ευτυχώς δεν είχε την τύχη της βιτρίνας κινηματογράφου. Ήταν το δικό μου κατάστημα! Κάποιες περιφερειακές τράπεζες δεν τις ήξεραν -σημάδι ότι δεν ήταν ντόπιοι- κι έτσι αυτές γλίτωσαν. Άλλο δείγμα είναι ότι ήρθαν από περιφερειακό σημείο προς το κέντρο, ολοκλήρωσαν τις καταστροφές τους και επέστρεψαν πάλι σε περιφερειακό δρόμο του δακτυλίου της πόλης, προφανώς για να φύγουν από εκεί για την επόμενη πόλη-σταθμό τους.

Το πλιάτσικο ήταν μια άλλη απεχθής σκηνή. Πιτσιρίκοι έβγαινα μέσα από τις σπασμένες βιτρίνες τραπεζών, επιδεικνύοντας ως τρόπαιο στα υψωμένα χέρια τους, οθόνες των κομπιούτερ που τους γυάλισαν από το εσωτερικό των τραπεζών!


Όχι με τους πιτσιρίκους δεν μου ήταν εύκολο να θυμώσω, έκανα και πλάκα μαζί τους κι είχαν πραγματικά τα κέφια τους. Ποιο πέρα ένα πηγαδάκι εμφανώς φοιτητών, είχαν βλέμμα μυστικών αστυνομικών. Έπιασα κουβέντα μαζί τους. Η γλώσσα τους ήταν εμφανώς η ξύλινη γλώσσα των αμετανόητων αριστεριστών υπερμάχων της Σοβιετικής Ένωσης, προτού αυτή παραδώσει τα... όπλα στον καπιταλισμό(;)

Ήμουν όμως εξοργισμένους με τους βασιλιάδες που κρύφτηκαν στο παλάτι τους. Ήμουν επίσης εξοργισμένος μ’ εκείνους τους νεαρούς που επέμεναν να με πείσουν ότι τους χρωστούσα χάρη που έσπασαν μόνο τράπεζες, κάδους, φανάρια κοκ. Έπρεπε λοιπόν κι εγώ να σηκώσω τους ώμους μου ωχαδελφικά, λέγοντας και τι με κόφτει εμένα, σάμπως δικιά μου είναι η τράπεζα, καλά τους κάνουν τους πλούσιους που μας κλέβουν ασύστολα με τα δάνεια! Δεν θα το συγχωρούσα στον εαυτό μου, να παρασυρθώ σε χαιρέκακα αισθήματα εκδίκησης προς τις τράπεζες από τις οποίες κι εγώ όπως όλοι έχω δεινοπαθήσει. Όχι όμως χτυπήματα κάτω από τη μέση, αυτό δεν το σηκώνει η κοινωνική συνείδησή μου. “Μπορεί να διαφωνώ μ’ αυτό που λες αλλά δεν θα πάψω να υποστηρίζω το δικαίωμά σου να το λες”.


Μέσα από όλη αυτή την εμπειρία, η γενική μου αίσθηση εν ολίγοις ήταν ότι τα άτομα ήταν λίγα και πήραν τη σκυτάλη όταν τέλειωσε το μαθητικό συλλαλητήριο. Ήταν κατευθυνόμενοι, όχι ντόπιοι, λίγοι και μικροί. Για τα παιδιά ήταν σαφές ότι κατέστρεφαν διότι λόγω ηλικίας αυτό τους ενθουσίαζε. Αυτό βέβαια ενισχύθηκε από το αίσθημα της οργής για τους κακούς... μπάτσους, που σκοτώνουν τους δικούς τους -συνομηλίκους τους-. Αυτό σαφώς είναι μια γενίκευση που λειτουργεί εν είδει οδοστρωτήρα και το έχω νιώσει κι εγώ στην ηλικία τους.

Οι μεγαλύτεροι ήταν σαφές ότι ανήκουν σ’ αυτούς τους νεαρούς που μισούν κάθε τι που είναι κατεστημένο αδιακρίτως, και θέλουν να το δείξουν με κάθε τρόπου, βλέποντας κάθε τι κρατικό ως στόχο.


Όχι δεν ήταν γενικευμένη κατακραυγή της κοινωνίας. Όλοι οι πολίτες -παρότι αγανακτισμένοι για τον αναίτιο φόνο- παρακολουθούσαμε πιο αγανακτισμένοι για το κράτος που δεν σταμάτησε τα... παιδάκια μας, αλλά τα άφησε υποχείρια σε μια ολιγομελή ομάδα αριστεριστών αντιεξουσιαστών.

Όταν η μαγιά έπεσε στο μείγμα ανοίγοντας το δρόμο, όλοι οι οργισμένοι έφηβοι βγήκαν να ξεφαντώσουν εκμεταλλευόμενοι. Το ίδιο θα μπορούσαν να κάνουν σε ποδοσφαιρικό αγώνα, σε σύγκρουση συμμοριών της γειτονιάς, το ίδιο και στο κέντρο των πόλεων ενάντια στους μισητούς... μπάτσους και στο προσφερόμενο πεδίο προς λαμπογυαλοποίηση!


Όχι δεν ψάχνω για κρυμμένα μηνύματα της Ελληνικής νεολαίας, της ελληνικής κοινωνίας, δεν τρέφω τέτοιες αυταπάτες. Άλλωστε σ’ αυτή την περίπτωση θα υπήρχε συνέχεια. Δεν ψάχνω για “αποτελέσματα κρίσης αξιών, ή οικονομικής ύφεσης¨. Τα πράγματα ήταν πολύ πιο απλά. Κάθε προσπάθεια πολυπλοκοποίησης, εξυπηρετεί συγκεκριμένες ιδιοτελείς επιδιώξεις. Τα υπόλοιπα είναι εκ του πονηρού!