Τρίτη 27 Δεκεμβρίου 2011

Η παραδοσιακή μας ...αιδιοδοξία για το 2012


Μα αυτή η χώρα έχει διαλυθεί εντελώς. Δεν έχει μείνει τίποτα όρθιο! Κάθε μέρα που περνάει γίνεται όλο και πιο σαφές. Οι πολίτες -πάνω από τους μισούς- λιμοκτονούν. Η έννομη τάξη έχει καταρρεύσει. Η υγεία έχει πάρει το δρόμο της συντριβής στον αυτόματο πιλότο της. Εξωτερικές πολιτικές, άμυνες κτλ έχουν περιπέσει σε χειμερία νάρκη κι όλοι είναι μαζεμένοι πάνω από το τραπέζι της οικονομίας, η οποία ως γνωστόν δεν σώζεται με τίποτα. Όλοι ξέρουν ότι η Ελλάδα θα χρεοκοπήσει, απομένει να μάθουμε το πότε. 

Έχουμε μια κυβέρνηση που έχει ουσιαστικά εκ των πραγμάτων παγώσει τα πάντα εκτός από την επιδίωξη των δανείων της τρόικας και των όσων είναι προαπαιτούμενα αυτών. Δεν λέω καλός και άγιος στόχος αλλά εκτός του ότι δεν μπορεί να είναι ο μόνος, είναι και μη ρεαλιστικός, καθώς η κατάστασή μας πια είναι μη αναστρέψιμη. 
Τρανταχτό πρόσφατο παράδειγμα οι αποκαλύψεις Γιλμάζ περί μυστικών κονδυλίων της χώρας του για πυρκαγιές στη χώρα μας. Τέτοια εξέλιξη για οποιαδήποτε στοιχειωδώς φυσιολογική χώρα, θα σήμαινε αν όχι casus beli, τουλάχιστον ότι θα είχε ξεσηκώσει κάθε διεθνή οργανισμό, απαίτηση αποζημιώσεων με προσφυγή στη διεθνή δικαιοσύνη, πάγωμα των διπλωματικών σχέσεων.. εμείς όμως περιμένουμε... εξηγήσεις! Τι είδους εξηγήσεις δηλαδή περιμένουμε; Σαν να τους λέμε κουκουλώστε τα με μια καθησυχαστική δήλωση κι εμείς θα κάνουμε ότι δεν το ακούσαμε!
Δεν θα βρεθεί μια ομάδα Ελλήνων να μας γλιτώσει από τους πολιτικούς μας!

Σάββατο 24 Δεκεμβρίου 2011

ΠΟΙΗΣΗ: Να τα πούμε;


Να τα πούμε;
2004

Ποιος να χτυπάει την πόρτα τόσο πρωί
Να ‘ναι μια συμφορά και μια κατάρα,
Θανατικό, γραμμάτια, αντάρα;
Όχι είν’ δυο παιδιά πέντε χρονώ
Είμαστε εμείς.
Βγαλμένοι απ’ τη φωτογραφία της γιαγιάς
Να ρωτάμε:
«Να τα πούμε;»
Θεέ μου μη τα πείτε
Πώς ν’ ακούσουμε δύο παιδιά πέντε χρονώ
Να ψάλλουν το άσμα της αθωότητας
Μπρος στα «κρεμασμένα» μας μάτια
Τις κουρασμένες καρδιές!
Παρέα μ’ ό,τι αγαπήσαμε κι ό,τι προδώσαμε
Κλείνουμε την πόρτα.
Δεν αντέχουμε πια φωνές παιδιών
Έστω κι αν βγαίνουν από τα εσώψυχά μας
Για παλιά όνειρα
Κι αθετημένες υποσχέσεις.
Ποιος τους έδωσε το δικαίωμα
Να πατούν τις αυλές μας;
Να ενοχλούν τις συμβάσεις μας;
Να ταράσσουν τον ύπνο μας;
Να ξυπνούν τις μνήμες μας;
Ποιος τους έδωσε το δικαίωμα
Να ζητούν να πάρουν;
Εμείς κοπιάσαμε να χτίσουμε!
Οποίο θράσος!
Θεέ μου δυο σπουργίτια τιτίβισαν
Άσμα αδιάβαστο
Και δεν μπορέσαμε ν’ ακούσουμε 

Τετάρτη 21 Δεκεμβρίου 2011

Τρίτη 20 Δεκεμβρίου 2011

ΠΟΙΗΣΗ: "Με αφορμή έναν πονοκέφαλο"


Με αφορμή έναν πονοκέφαλο
 10/12/03

Είναι στιγμές που νιώθω
Ότι δεν στάθηκα αρκετά
με τον εαυτό μου
να νιώσω έναν πονοκέφαλο.
Και πώς αλήθεια να νιώσεις έναν πονοκέφαλο
Αν δεν σταθείς μόνος μαζί του
Να τον χαϊδέψεις, να τον αγκαλιάσεις
Να του χαμογελάσεις και να του πεις καλησπέρα
Ή καληνύχτα ή ακόμα καλωσόρισες...

Αν δεν σταμάτησες ποτέ, δεν ξεπέζεψες
δεν αναστέναξες από ανακούφιση μπροστά στον καθρέφτη…
Σ’ ακούω να λες πως φταίνε τα σύννεφα,
τα πουλιά που απλώνουν τα φτερούγια τους
εφιάλτες πάνω από το κεφάλι σου
για τον εαυτό σου που ασκήμυνε
και δεν τον γνωρίζεις πλέον.
Αν δεν καλωσορίσεις ένα πονοκέφαλο
Να του πεις «καθίστε », «σε τι οφείλουμε την τιμή;»
Αυτός στοιχειώνει ένα λασπόδρομο
Που ποτέ δεν είδες τη λάσπη του
Που ‘φτασε πια μέχρι την ανάσα μας
Κι έγινε άρμη στα σκασμένα μας χείλη.
Κολλήσαμε!

Όταν σε ρώτησαν τι έχεις
Είπες«τίποτα»
Κι αλήθεια δεν έχεις τίποτα
Ούτε μια ανάσα δικιά σου,
Ούτ’ ένα αίσθημα να πονάει,
Ούτ’ ένα όνειρο
Να τ’ αγοράσεις στα κάλαντα
Με τ’ αργύρια που πούλησες αδιάντροπα
Το παιδικό σου τραγούδι.

Αναρωτήθηκες
Τι θα πεις σήμερα
Που η ιστορία θα σε ρωτήσει
Τι νιώθεις, τι ζεις;
Θα πεις «τίποτα»;
Θα πεις «δεν σκέφτηκα»;
«Δεν πρόκανα»;
Κι αυτή η μουσική που αναδύεται απ’ το λυγμό σου τι είναι;
Κι αυτός ο λυγμός που μηχανικά πνίγεις, τι είναι;
Άφησέ τον να ξεχύσει το τραγούδι του
σαν σιφόνι που άξαφνα ξεβούλωσε,
σαν βροχή που πλημμύρισε τα σπαρτά,
σαν καταρράκτης που έρανε τα μαλλιά μας
με βότανα της άνοιξης
σ’ ένα ξανάνιωμα
που με πονάει βαθιά.

Να κι ένα ποίημα που δεν είναι φθινοπωρινό αλλά χειμερινό. 9 χρόνια και 10 μέρες πριν!

Δευτέρα 19 Δεκεμβρίου 2011

ΠΟΙΗΣΗ: Βραβευμένα δάκρυα


7 Νοεμβρίου 2003

ΒΡΑΒΕΥΜΕΝΑ ΔΑΚΡΥΑ
Πώς είναι να σου βραβεύουν την ποίηση;
Να σε  θαυμάζουν που λες καλά το «πεθαίνω»;
Πώς είναι να σου βάζουν τα δάκρυα σαν κλαις
Στου μουσείου το γυαλί
-κατεκυρώθη στον κύριο, ή
-ο «πόνος του ποιητή», δολάρια δέκα!

Πώς είναι να πουλάς τις κραυγές σου
Τις δικές σου αναμνήσεις, τις απόκρυφες
Και κάποιοι μπρος στη βιτρίνα
Με βλέμμα οξύ να τις διαλέγουν.

Να μη πατήσει κανείς στις παιδικές μου αυλές
Στα εφηβικά μου όνειρα και οράματα.
Είναι ιερά κι απόκρυφα
Φυλαγμένα για μένα μόνο
Κάτω απ’ το μουσκεμένο μου μαξιλάρι,
Στου απέναντι τοίχου τις μουτζούρες,
Στη γέρικη ακακία μου,
Στην κλαδεμένη καρδιά μου!

Τετάρτη 14 Δεκεμβρίου 2011

ΠΟΙΗΣΗ: Το παιδί μέσα μου


Χειμώνας κάιτοι ηλιόλουστος. Χριστούγεννα πλησιάζουν. Καιρός για μελαγχολία και ενδοσκόπηση, καθώς κι αυτός ο χρόνος οδεύσει στο τέλος του. Καιρός για ποίηση. Ξαναδιαβάζω αυτό το ποίημά μου ακούγοντας... Frank Sinatra. Σας το αφιερώνω για τη βραδιά.

ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΜΕΣΑ ΜΟΥ
7 Νοεμβρίου 2003

Παραταγμένα τα κτήρια
Τα δέντρα πανώρια στη γραμμή
Και στο βάθος του διαδρόμου με την ασημόσκονη
δεσπόζει γελαστό
ένα φεγγάρι καλοσυνάτο.

Ο δρόμος μακραίνει
Τα δέντρα χαμηλώνουν
Κι απ’ τα νερά του σιντριβανιού
Δίπλα στο έρημο παγκάκι
Προβάλλει μια παρουσία
Η παρουσία της μοναξιάς,
Η παρουσία ενός παιδιού γεμάτου όνειρα
Που ‘χει πεθάνει καιρό τώρα.

Είναι το παιδί που πέθανε
Όταν περπάτησα τους παιδικούς μου δρόμους
Χωρίς δάκρια ν’ ανέβουν στα μάτια μου.
Πέθανε όταν κοίταξα στο βάθος την θάλασσα
Ν’ αγκαλιάζει τη στεριά
Καθώς βαρκούλες μπαινόβγαιναν
Χωρίς να παίξουν ορχήστρες
Και να φτερουγίσει πουλί η καρδιά.
Πέθανε όταν το πελώριο σπίτι μίκρυνε
Το αρχοντικό της θείας πάλιωσε
Κι οι δάσκαλοι ζάρωσαν γυμνοί μπροστά μου.

Είναι το παιδί που ‘ρχεται στον ύπνο μου
Βράδια ταραγμένα
Να με πονέσει για τους όρκους μας
Που ξεχάστηκαν,
Για υποσχέσεις που προδόθηκαν.

Πώς να τραγουδώ αγόρι
Που η φωνή μου κόλλησε
Στη λάσπη των παθών μου
Πώς να ονειρευτώ
Που τα όνειρα μ’ απαρνήθηκαν
Και τράβηξαν γι’ άλλα μάτια
Ποιο όμορφα, ποιο άδεια.
Δεν έχω δυνάμεις πια να τρέξουμε παρέα
Με αεροπλάνο τα χέρια
Στους λόφους, στους αγρούς
Να ονειρευτούμε ότι
Θα χτίσουμε, θ’ αλλάξουμε
Θα μαγέψουμε, θα εμπνεύσουμε
Θα τραγουδήσουμε και θα διηγηθούμε
Νότες τ’ ουρανού…

Αλλά με πρόδωσε η μούσα
Κι έμεινα μόνος, μουγκός και πονεμένος
Να σκαλίζω πληγές που πονάνε
Μη με πονάς άλλο, δεν μπορώ.
Γέρασα κι έσβησε στο στήθος η φλόγα.
Μόνο άσε με να ρίχνω μια ματιά στον έρωτά
μου κάθε που πονώ
να ξεδιψώ τα χείλη μου που καίγονται
στην υπέρβαρη νωθρότητα μου.
Θα κοιμηθώ και πάλι!

Παρασκευή 9 Δεκεμβρίου 2011

Ένα ακόμα βίντεο του τραίνου της μακέτας

Σ' αυτό το βίντεο προσπάθησα να τραβήξω τα πλάνα από το ύψος ενός ανθρώπου του κόσμου της μακέτας. Όπως θα έβλεπε ένας άνθρωπος που είναι μέσα στο σταθμό το τραίνο και τα κτήρια.
Δυστυχώς η κάμερά μου δε με βοηθάει, διότι σε τόσο κοντινές αποστάσεις, κατά το ζουμ δεν εστιάζει και αποδίδει φλου φιγούρες.