Κυριακή, 20 Δεκεμβρίου 2009

ΠΟΙΗΜΑ: Σεπτέμβρης

04/09/2003


Ποιος καθάρισε το τοπίο

Ποιος ζωντάνεψε το φως!

Ποιος έπλυνε τα χρώματα που χύνονται

Κρυστάλλινοι καταρράκτες

Στις χαράδρες, στους αγρούς,

Στα ξωτικά της χλόης, ίσια στην καρδιά μου;


Το ξέρω αυτό το αεράκι

Είναι το ίδιο που με έτσουξε

Τόσες φορές

Λίγο πάνω από το στομάχι

Που μου κόβει τη λαλιά

Σαν με αγγίζει ένα σμήνος πουλιά

Μαχαιριά - χαμόγελο

Με τα ακροπτέρυγά τους.


Είναι τα τραίνα, είναι τα όνειρα

Που τέτοιον καιρό με άγγιξαν

-πώς πονούν-

μα τα ταξίδια αλάργεψαν πια,

είναι το φάντασμά τους

που τέτοιον καιρό ξυπνά

για να κοιμηθεί ξανά

ίδια σκιά του εαυτού τους.


Είναι τα σινεμά που γράφουν ακόμα

«ραντεβού το Σεπτέμβρη»

και μια ριπή του ανέμου τα φύλλα

μπροστά στην πόρτα με το λουκέτο.

αναριγούν τα φυλλοκάρδια μου

σαν ερωτευμένη έφηβη

που αναρωτιέται αν θ’ αντέξει η καρδιά της

την έφηβη ευτυχία.


Είναι η ερωτευμένη πόλη

Που ψάχνει τα παιδιά της

Στις εφηβικά ενηλικιωμένες ερημιές

Των δρόμων της.


Καθώς ο ήλιος με τρυπά

Μια σπιλιάδα ψύχρας

θα με μαχαιρώσει

ίσια πάνω στην μοναξιά μου.


Πόσο ανάρμοστες είναι οι αμμουδιές

Στα κουμπωμένα μας ρούχα!

Πόσο απρόσμενα γυμνώνονται οι έρωτες

Προδίδονται οι μύθοι,

Καθώς μια συμμορία πουλιών

Λυμαίνεται τα λίγα φύλλα

Που πέταξαν στη δύση.


Τον ξέρω αυτόν τον ψίθυρο

Αυτά τα χρώματα…

Μου μάτωσαν τόσες φορές τη μέρα

Με βροχές ανελέητες


Ποιος έσβησε τη μέρα μας

Με τα απογεύματα που ‘πνίξανε τα μεσημέρια μας

πάνω στο άνθος τους;


Την ξέρω αυτή την απελπισία.

Δώστε τη μέρα μας πίσω,

Δώστε τα όνειρά μας πίσω.


Ποιος μας έσβησε τη μέρα

τόσο βροχερά, τόσο βουρκωμένα…


Αυτή η αγουροξυπνημένη μυρουδιά

Μου κόβει την ανάσα

Και μου υπόσχεται όλα εκείνα

Που ποτέ δεν πρόκειται να φτάσω.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου