Δευτέρα, 7 Δεκεμβρίου 2009

Κοινωνική εξέγερση με πολλαπλά μηνύματα ή πάρτυ μπαχαλάκηδων;




Με κίνδυνο να κατηγορηθώ ως συντηρητικός, επανέρχομαι στο θέμα των... Δεκεμβριανών.

Υπάρχει μια ανάλγητη δικτατορία που κατ’ αποκλειστικότητα απονέμει την επίσημη αναγνώριση των προοδευτικών, των διανοούμενων κτλ. Είμαι βέβαιος ότι δεν θα πάρω ποτέ τίτλο αναγνώρισης απ’ αυτή την κλειστή σέκτα.


Η ελληνική δημοσιογραφία ανήγαγε τον περσινό ξεσηκωμό σε υπαρξιακό θέμα της Ελληνικής κοινωνίας, με το ερώτημα κατά πόσο ήταν γενικευμένο κίνημα του λαού ή κάποιων μεμονωμένων που καπηλεύτηκαν κάποιες ευαίσθητες χορδές. Πολλοί εμβριθείς αναλυτές βρήκαν προεκτάσεις του φαινομένου από τη λίμπιντο του Φρόιντ, μέχρι την οικολογική καταστροφή του περιβάλλοντος! Έτσι πέρυσι είδαμε μια ολόκληρη κοινωνία να στέκεται αμήχανη απέναντι στο φαινόμενο. Η συντριπτική πλειοψηφία των ΜΜΕ στάθηκε τουλάχιστον με ανεκτικότητα απέναντι στις ορδές των καταστροφέων. Τις περισσότερες φορές υπήρξε ένας απολογητικός τόνος υπεράσπισης των παιδιών, που “δικαίως εξαγριώθηκαν”! Για να μην πούμε τίποτα για την πολιτεία που οδηγούμενη από τους νάνους πολιτικούς της, το έβαλε στα πόδια και κρύφτηκε πίσω από μας τους πολίτες, βγάζοντάς μας μπροστά για να δεχτούμε το πρώτο κύμα της οργής, σαν τους δειλούς βασιλιάδες που σε στέλνουν στον πόλεμο κι εκείνοι δοκιμάζουν την κάβα τους στο παλάτι.

Ήμουν εκεί λοιπόν πέρυσι, στο επίκεντρο των γεγονότων, τουλάχιστον όσον αφορά την πόλη στην οποία διαμένω, τη Λάρισα. Η τραυματική εμπειρία που έζησα ακόμα με στοιχειώνει και δεν μπόρεσα μέχρι σήμερα να την ξεπεράσω.

Ανάμεσα σε πλήθος πολιτών παρακολούθησα τα τεκταινόμενα: Μια ομάδα παιδιών γύρω στα δεκαπέντε τους, με κασκόλ, σκουφιά, μοτοσυκλετιστικά κράνη κι οπλισμένα με ξύλα και σίδερα έσπαζαν ανενόχλητα. Είχαν στήσει ένα πανηγύρι που το διασκέδαζαν αφάνταστα. Μου θύμισε κάτι που διάβασα για την Αμερική που όσοι θέλουν κάπου να εκτονώσουν το στρες τους, πάνε σε ένα παλιατζίδικο, όπου τους δίνουν μια βαριά κι αρχίζουν να κοπανάνε αυτοκίνητα. Μετά από αυτό βγαίνουν... εκτονωμένοι, ζώντας την αρχαιοελληνική “κάθαρση”! Ναι ήταν εκεί μια ομάδα ανήλικων παιδιών που κατέλαβαν μια ανυπεράσπιστη πόλη. Μέχρι σήμερα και λόγω της ηλικίας μου δεν είχα ζήσει την εμπειρία των κατακτητών που μπαίνουν στην πόλη σου και τη ρημάζουν, καθώς ο στρατός της έχει προ πολλού παραδοθεί ή υποχωρήσει. Αυτό το αίσθημα της οργής με κυνηγάει ακόμα. Είχα μέσα μου την τάση του αντάρτικου. Τώρα που παραδόθηκε ο... στρατός να πάρω τα βουνά και να οργανώσω την Εθνική ...Αντίσταση! Σήμερα βέβαια δεν το λένε έτσι, το λένε αυτοδικία. Το οξύμωρο σ’ αυτή την περίπτωση είναι ότι η υποτιθέμενη αυτοδικία μου σίγουρα θα καταδικάζονταν κι από την κοινωνία κι από τα δικαστήρια που δεν θα κατάφερνα να τα αποφύγω. απεναντίας οι λεηλατιστές, απολάμβαναν μια πρωτόγνωρη ασυλία. Ήταν βλέπετε οι τιμητές του μικρού Γρηγορόπουλου. Τους το... οφείλαμε να πάρουν τα... ρόπαλα. Όχι δεν ήταν πολλοί, ήταν ένα τσούρμο γύρω στα τριάντα με σαράντα άτομα τα κάνω εγώ αν και δεν είμαι καλός σε τέτοιου είδους εκτιμήσεις. Η πολιτεία μας υποχρέωσε να στεκόμαστε στο απέναντι πεζοδρόμιο εκατοντάδες άναυδοι άνθρωποι παρακολουθώντας την περφόρμανς! Έφτασαν στην κεντρική πλατεία ανενόχλητοι κι έσπαζαν τζαμαρίες -κυρίως τραπεζών- ανενόχλητοι. Με μίσος κατέβαζαν τις ταμπέλες κι έπειτα έμπαιναν μέσα κι άναβαν φωτιές. Σε πολλές περιπτώσεις δεν κατάφεραν να ανάψουν την φωτιά κι αυτή έσβηνε μόνη της. Σε άλλες η φωτιά γενικεύονταν. Υπήρχε κίνδυνος τραυματισμών ή θανάτων από κάποια έκρηξη ή από τη γενίκευση της φωτιάς. Όμως ξέραμε ότι εκείνο το βράδυ δεν ζούσαμε σε οργανωμένο κράτος. Έκαναν το γύρω της πλατείας, καταστρέφοντας μία μία τις τράπεζες. Αυτό τους πήρε αρκετή ώρα. Βλέπαμε την ανέπαφη τράπεζα και ξέραμε ότι απλώς ακόμα δεν έφτασαν σ’ αυτή, δεν θα αργούσαν να την καταντήσουν σαν την ήδη φλεγόμενη. Ξεχώρισα μέσα στο σκοτάδι της νύχτας κάποιους μεγαλύτερους νεαρούς που τους κατεύθυναν. Τους φώναζαν “εδώ, εδώ ελάτε” κι εκείνοι υπάκουαν σαν τα πρόβατα προς τον βοσκό τους. Τους φώναζαν “όχι αυτό” και πραγματικά άφηναν το κτήριο ανέπαφο. Υπήρχε λοιπόν πολιτική καθοδήγηση, διότι αυτής της ηλικίας τα παιδιά σε καμία περίπτωση δεν θα έκαναν διάκριση. Οι καθοδηγητές λοιπόν ήθελαν να περάσουν συγκεκριμένο μήνυμα που θα ήταν αρνητικό στην κοινωνία αν καταστρέφονταν περιουσίες ιδιωτών. Εκείνη την ώρα υποχρεωνόμουν να είμαι ευγνώμων στους αυτόκλητους υπεύθυνους της τάξης, όσο θα έπρεπε να ήμουν υποχρεωμένος στον Πατάκη ή Κοκκινούλη της Εθνικής όταν θα μου έδινε ενυπόγραφη άδεια διέλευσης από τον ιδιωτικό του Εθνικό δρόμο. Έδειχναν καθαρά από τις κινήσεις τους ως σύνολο ότι δεν ήταν άνθρωποι της πόλης, ήταν εκπαιδευμένοι μισθοφόροι που τους πλήρωσαν με το δικαίωμα της καταστροφής σε ξένες περιουσίες κάτι σαν “ξένα κόλλυβα”. Πολλά από τα παιδάκια αυτά δεν έκαναν καμία προσπάθεια να κρύψουν την ταυτότητά τους και φαίνονταν καθαρά ότι ήταν τσιγγανάκια, ίσως να υπήρχαν και παιδιά μεταναστών μεταξύ τους, καθώς όταν αναμείχτηκα μαζί τους άκουγα συζητήσεις σε άγνωστες σε μένα γλώσσες. Περνούσαν λοιπόν με τη σειρά, κατέστρεφαν και έφευγαν. Στο δρόμο κατέστρεφαν κάδους και φωτεινούς σηματοδότες ρύθμισης κυκλοφορίας (φανάρια). Κάποια στιγμή έσπασαν τη βιτρίνα ενός σινεμά και προχώρησαν περνώντας μπροστά από ένα κατάστημα όπου ένας ζωηρός πιτσιρίκος, έδωσε μια στη σιδερένια ταμπέλα του που έκανε σαν κύμβαλο αλαλάζον. Τότε άκουσα αρκετές φωνές να τον κράζουν έντονα “είπαμε όχι μαγαζιά!” και τα χειρότερα αποφεύχθησαν για το κατάστημα που ευτυχώς δεν είχε την τύχη της βιτρίνας κινηματογράφου. Ήταν το δικό μου κατάστημα! Κάποιες περιφερειακές τράπεζες δεν τις ήξεραν -σημάδι ότι δεν ήταν ντόπιοι- κι έτσι αυτές γλίτωσαν. Άλλο δείγμα είναι ότι ήρθαν από περιφερειακό σημείο προς το κέντρο, ολοκλήρωσαν τις καταστροφές τους και επέστρεψαν πάλι σε περιφερειακό δρόμο του δακτυλίου της πόλης, προφανώς για να φύγουν από εκεί για την επόμενη πόλη-σταθμό τους.

Το πλιάτσικο ήταν μια άλλη απεχθής σκηνή. Πιτσιρίκοι έβγαινα μέσα από τις σπασμένες βιτρίνες τραπεζών, επιδεικνύοντας ως τρόπαιο στα υψωμένα χέρια τους, οθόνες των κομπιούτερ που τους γυάλισαν από το εσωτερικό των τραπεζών!


Όχι με τους πιτσιρίκους δεν μου ήταν εύκολο να θυμώσω, έκανα και πλάκα μαζί τους κι είχαν πραγματικά τα κέφια τους. Ποιο πέρα ένα πηγαδάκι εμφανώς φοιτητών, είχαν βλέμμα μυστικών αστυνομικών. Έπιασα κουβέντα μαζί τους. Η γλώσσα τους ήταν εμφανώς η ξύλινη γλώσσα των αμετανόητων αριστεριστών υπερμάχων της Σοβιετικής Ένωσης, προτού αυτή παραδώσει τα... όπλα στον καπιταλισμό(;)

Ήμουν όμως εξοργισμένους με τους βασιλιάδες που κρύφτηκαν στο παλάτι τους. Ήμουν επίσης εξοργισμένος μ’ εκείνους τους νεαρούς που επέμεναν να με πείσουν ότι τους χρωστούσα χάρη που έσπασαν μόνο τράπεζες, κάδους, φανάρια κοκ. Έπρεπε λοιπόν κι εγώ να σηκώσω τους ώμους μου ωχαδελφικά, λέγοντας και τι με κόφτει εμένα, σάμπως δικιά μου είναι η τράπεζα, καλά τους κάνουν τους πλούσιους που μας κλέβουν ασύστολα με τα δάνεια! Δεν θα το συγχωρούσα στον εαυτό μου, να παρασυρθώ σε χαιρέκακα αισθήματα εκδίκησης προς τις τράπεζες από τις οποίες κι εγώ όπως όλοι έχω δεινοπαθήσει. Όχι όμως χτυπήματα κάτω από τη μέση, αυτό δεν το σηκώνει η κοινωνική συνείδησή μου. “Μπορεί να διαφωνώ μ’ αυτό που λες αλλά δεν θα πάψω να υποστηρίζω το δικαίωμά σου να το λες”.


Μέσα από όλη αυτή την εμπειρία, η γενική μου αίσθηση εν ολίγοις ήταν ότι τα άτομα ήταν λίγα και πήραν τη σκυτάλη όταν τέλειωσε το μαθητικό συλλαλητήριο. Ήταν κατευθυνόμενοι, όχι ντόπιοι, λίγοι και μικροί. Για τα παιδιά ήταν σαφές ότι κατέστρεφαν διότι λόγω ηλικίας αυτό τους ενθουσίαζε. Αυτό βέβαια ενισχύθηκε από το αίσθημα της οργής για τους κακούς... μπάτσους, που σκοτώνουν τους δικούς τους -συνομηλίκους τους-. Αυτό σαφώς είναι μια γενίκευση που λειτουργεί εν είδει οδοστρωτήρα και το έχω νιώσει κι εγώ στην ηλικία τους.

Οι μεγαλύτεροι ήταν σαφές ότι ανήκουν σ’ αυτούς τους νεαρούς που μισούν κάθε τι που είναι κατεστημένο αδιακρίτως, και θέλουν να το δείξουν με κάθε τρόπου, βλέποντας κάθε τι κρατικό ως στόχο.


Όχι δεν ήταν γενικευμένη κατακραυγή της κοινωνίας. Όλοι οι πολίτες -παρότι αγανακτισμένοι για τον αναίτιο φόνο- παρακολουθούσαμε πιο αγανακτισμένοι για το κράτος που δεν σταμάτησε τα... παιδάκια μας, αλλά τα άφησε υποχείρια σε μια ολιγομελή ομάδα αριστεριστών αντιεξουσιαστών.

Όταν η μαγιά έπεσε στο μείγμα ανοίγοντας το δρόμο, όλοι οι οργισμένοι έφηβοι βγήκαν να ξεφαντώσουν εκμεταλλευόμενοι. Το ίδιο θα μπορούσαν να κάνουν σε ποδοσφαιρικό αγώνα, σε σύγκρουση συμμοριών της γειτονιάς, το ίδιο και στο κέντρο των πόλεων ενάντια στους μισητούς... μπάτσους και στο προσφερόμενο πεδίο προς λαμπογυαλοποίηση!


Όχι δεν ψάχνω για κρυμμένα μηνύματα της Ελληνικής νεολαίας, της ελληνικής κοινωνίας, δεν τρέφω τέτοιες αυταπάτες. Άλλωστε σ’ αυτή την περίπτωση θα υπήρχε συνέχεια. Δεν ψάχνω για “αποτελέσματα κρίσης αξιών, ή οικονομικής ύφεσης¨. Τα πράγματα ήταν πολύ πιο απλά. Κάθε προσπάθεια πολυπλοκοποίησης, εξυπηρετεί συγκεκριμένες ιδιοτελείς επιδιώξεις. Τα υπόλοιπα είναι εκ του πονηρού!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου